Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Frankfurter Allgemeine Zeitung: Σλαβόφωνοι- Συμμοριτοπόλεμος- Σλάβοι Μακεδόνες- Ζόραν Ζάεφ- Αλέξης Τσίπρας

 
 
Η γερμανική «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάιν Τζάιτουνγκ» γράφει ένα εγκωμιαστικό άρθρο για τους πρωθυπουργούς των Σκοπίων και της Ελλάδας,

στο οποίο αφού αναφέρεται στην περίοδο της Κατοχής και στον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα καταλήγει ότι «ο Ζάεφ και ο Τσίπρας βρίσκονται στην πλευρά της αλήθειας». 
Πιστεύω ότι έχει κάποιο ενδιαφέρον να δούμε τις σκέψεις του Γερμανού αρθρογράφου  Μίκαελ Μάρτενς, όπως παρουσιάζεται στο βουλγαρικό κοινό από το πρακτορείο Bgnes.
 
Επί μεγάλο χρονικό διάστημα, οι Έλληνες εθνικιστές  τράβηξαν την προσοχή από τις αληθινές ρίζες της μακεδονικής διαμάχης για το όνομα. Αλλά, δύο γενναίοι πολιτικοί άφησαν τη σφραγίδα τους σε αυτήν την επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας, γράφει ο Γερμανός αρθρογράφος.
 
Μόλις πριν από ένα χρόνο δεν φαινόταν ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας, θα ήταν σε θέση να ελέγξει μία από τις παλαιότερες συγκρούσεις στη Νοτιοανατολική Ευρώπη- για το όνομα της ‘Μακεδονίας’ που τώρα αποκαλείται ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας».
 
Η διαμάχη είναι παλιά, αλλά κλιμακώθηκε το 1991, όταν η νοτιότερη επαρχία της Γιουγκοσλαβίας που βρίσκονταν σε αποσύνθεση κήρυξε την ανεξαρτησία της.


Ο Εμφύλιος στην Ελλάδα
Η σύγκρουση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα ήταν, επίσης, μεγάλη. Κράτησε από το 1944 έως το 1949.
Στη συνέχεια, στη Βόρεια Ελλάδα εξακολουθούσαν να ζουν πολλοί Σλάβοι Μακεδόνες ή Σλαβόφωνοι Έλληνες, ανάλογα με την οπτική γωνία.
 
Οι περισσότεροι από αυτούς πολέμησαν με την πλευρά των Ελλήνων Κομμουνιστών. Στην αρχή είχαν υποστηριχθεί με όπλα και πυρομαχικά από τη Σοβιετική Ένωση και τη Γιουγκοσλαβία και αργότερα μόνο από το Βελιγράδι.
Όπως και η  Βουλγαρία, από τους βαλκανικούς πολέμους του 1912/13,  η Σερβία, ήθελε να ελέγξει το νοτιότερο τμήμα της ιστορικής περιοχής της Μακεδονίας με διοικητικό κέντρο την πόλη Θεσσαλονίκη.
Στο Σύμφωνο του Χίτλερ της Γερμανίας του 1941, που δεν ήταν γνωστό εδώ και πολύ καιρό, ο Γενικός Εισαγγελέας του Βελιγραδίου έλαβε γραπτές διαβεβαιώσεις ότι μετά τον πόλεμο και την επικράτηση του Γ΄ Ράιχ, η Γιουγκοσλαβία θα λάβει τη Θεσσαλονίκη και το λιμάνι της.
 
Διπλή ήττα για τους Σλάβους Μακεδόνες
Αυτό δεν συνέβη, αλλά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, με την υποστήριξη του σλαβικού πληθυσμού στο βόρειο τμήμα της χώρας, η Γιουγκοσλαβία έκανε την τρίτη προσπάθειά της να πάρει στα χέρια της την περιοχή και το πιο σημαντικό λιμάνι της – με το πρόσχημα ότι θα απελευθέρωνε τους ‘Μακεδόνες’ από τον «Ελληνικό Ζυγό» (τα εισαγωγικά στο πρωτότυπο).
Στη διάρκεια του πολέμου, πάνω από 25 χιλιάδες μαχητές στις τάξεις των κομμουνιστών ήταν Έλληνες πολίτες των οποίων η μητρική γλώσσα δεν ήταν η ελληνική.
 
Ωστόσο, οι κομμουνιστές έχασαν τον πόλεμο και  οι Έλληνες Σλαβομακεδόνες (гръцките славянски македонци) πάλευαν κάτω από έμβλημα του «Σλαβομακεδονικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου» [Славянско-македонски народен освободителен фронт], υπέστησαν διπλή ήττα.
Στην ιστοριογραφία των νικητών οι λέξεις «Κομμουνιστής» και «Σλάβος» είχαν πλέον καταστεί συνώνυμες, και ο εμφύλιος πόλεμος θεωρούνταν  ως «πόλεμος των Σλαβο-Κομμουνιστο-συμμοριτών» εναντίον  της Ελλάδας.
Στην πράξη, αυτό λειτούργησε υπέροχα στη συμφιλίωση της ελληνικής κοινωνίας- όλα τα κακά του τελευταίου πολέμου αποδόθηκαν σε μια εθνοτική και γλωσσική μειονότητα.
 
(Σημείωση: στα βουλγαρικά етническо = εθνοτική και национален=εθνική)
Δεκάδες χιλιάδες Σλαβόφωνοι (славофони) Έλληνες  έφυγαν από την Ελλάδα και οι εναπομείναντες εξελληνίστηκαν με βία με «μέτρα για την εξάλειψη της διγλωσσίας». Για αυτό το ζοφερό κεφάλαιο της ιστορίας, η Ευρώπη δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτε. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μνημείο ή πινακίδα για να υπενθυμίσει την αδικία που έγινε από το 1949 και μετά σε ένα μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Μόνο οι Έλληνες Εθνικιστές πολιτικοί σήμερα προτιμούν να συνδέουν τη διαφωνία του ονόματος με την κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου και με θέλησή τους μένουν σιωπηλοί σχετικά με το τι οι πατέρες ή οι παππούδες τους είχαν κάνει στη Βόρεια Ελλάδα.
Αναφερόμενη στην αρχαιότητα, για συνεχείς  δεκαετίες  το επιχείρημα στη διαφωνία του ονόματος, η Αθήνα εξέτρεψε την προσοχή από τις πραγματικές ρίζες αυτής της διαφοράς στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο και αυτό λειτούργησε για πολύ καιρό.


Ο ‘ιστορικός εγκλωβισμός’
 
Ο σημερινός πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, είχαν το θάρρος να απορρίψουν αυτήν την πραγματιστική επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας.
Στάθηκαν κατά της πανίσχυρης στρατιάς των εθνικιστών πολιτικών, ακαδημαϊκών, δημοσιογράφων, κληρικών και άλλων αντιπάλων που είχαν «μπλοκάρει» την Ελλάδα σε ένα ιστορικό παρελθόν χωρίς διέξοδο.
Υποστηρίζεται ότι ο Τσίπρας και Κοτζιάς ακολούθησαν το σύνθημα ότι «η ιστορία είναι μια σχολή, δεν είναι  μια φυλακή», και πρότειναν μια ισορροπημένη απόφαση, ένα σχέδιο που έφερε κάποιους κινδύνους.
Αυτό όμως λειτούργησε επειδή,  απέναντι στον πρωθυπουργό της πΓΔΜ, Ζόραν Ζάεφ και τον υπουργό Εξωτερικών Νίκολα Ντιμίτροφ, η Αθήνα βρήκε εποικοδομητικούς εταίρους για τις δύο πλευρές να εγκαταλείψουν τελικά αυτήν την «ιστορική φυλακή».
 
Μάλλον, θα συνεχίσουμε να μιλάμε μερικές φορές για τη διαφωνία του ονόματος, αλλά οι συζητήσεις στο εξής θα πραγματοποιούνται εκεί που, πλέον, ανήκουν: στα σεμινάρια για την ιστορία και τις εθνικιστικές συναντήσεις.
Δεν θα υποφέρουν, πια, ολόκληρα έθνη  από εθνικιστικές αντιπαραθέσεις του παρελθόντος με την εμμονή των φανατικών.


Η Βόρεια Μακεδονία θα ενταχθεί σύντομα στο ΝΑΤΟ και θα ακολουθήσει το δρόμο της προσέγγισης με την ΕΕ, που δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη την πλήρη ένταξη στην κοινότητα.
 
Αυτή η επανάσταση οφείλεται κυρίως στον Αλέξη Τσίπρα. 
Περισσότερα από τα δύο τρίτα των Ελλήνων αντιτίθενται στην έξοδο από το «μπουντρούμι του παρελθόντος» [ "зандана на миналото"], αλλά ο πρωθυπουργός ακολούθησε σταθερά το σημαντικότερο σχέδιο εξωτερικής πολιτικής του και κατάφερε να το επιβάλλει- παρά την αντίσταση. Στους προκατόχους του, αυτό το θάρρος απλώς λείπει.

Michael Martens, FAC
Frankfurter Allgemeine Zeitung

--