Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

To Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής εμπαίζει την Εκκλησία και τους Θεολόγους για το μάθημα των Θρησκευτικών

Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
Απαράδεκτες και απογοητευτικές είναι οι μεθοδεύσεις τετελεσμένων, που επιχειρεί το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής(ΙΕΠ), στο μάθημα των Θρησκευτικών.Δυστυχώς και με τη νέα ηγεσία στο Υπουργείο Παιδείας, η κατάσταση παραμένει ίδια, το ΙΕΠ συνεχίζει ακάθεκτο την ολοκλήρωση του πνευματικού του εγκλήματος που είναι η διά του σχολείου και των Θρησκευτικών αποορθοδοξοποίηση των μαθητών, διάλογος με την Εκκλησία δεν γίνεται, ενώ η ομάδα των συντελεστών των νέων πολυθρησκειακών Προγραμμάτων του ΙΕΠ, με τις γνωστές υποστηρικτικές της διασυνδέσεις, καταφέρνει να επιβάλει αυταρχικά τα επικίνδυνα πολυθρησκειακά και συγκρητισμικά εκτρώματα που δημιούργησε.

 Ωστόσο, το Υπουργείο Παιδείας, όπως δείχνουν οι αλλεπάλληλες ανακοινώσεις του για τα Θρησκευτικά,μαζί με το Ινστιτούτο εκπαιδευτικής Πολιτικής, φαίνεται να βιάζονται να ολοκληρώσουν το   επιχειρούμενο πνευματοκτόνογια τους μαθητές έργοτους. Σύμφωνα με την εφ. «Δημοκρατία» (08/02/2017), «το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), το ‘μακρύ χέρι’ του υπουργείου Παιδείας, που, με τις... εκσυγχρονιστικές μεθόδους του, θέλει να ‘αλώσει’ τα πάντα, προκαλεί και πάλι την Εκκλησία.
Ενώ υπάρχει ρητή διαβεβαίωση από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (05-Οκτωβρίου 2016) ότι δεν θα αλλάξει κανένα βιβλίο Θρησκευτικών, χωρίς διάλογο και τη σύμφωνη γνώμη της Εκκλησίας, το Ινστιτούτο ‘αποφασίζει και διατάζει’. Σε συνέντευξή του, ο Πρόεδρός του προανήγγειλε σαρωτικές αλλαγές στο μάθημα των Θρησκευτικών -και μάλιστα από τον Σεπτέμβριο-καθώς θα αντικατασταθούν τα διδακτικά εγχειρίδια όλων των τάξεων».
Σημειώνουμε ότι ο Πρόεδρος του ΙΕΠ, εκτός από το ότι εντελώς αυθαίρετα και μονομερώς, έχει ακυρώσει τον ουσιαστικό και εκ του μηδενός διάλογο, που ζήτησε ο Αρχιεπίσκοπος από τον Πρωθυπουργό για τα Θρησκευτικά,ακολουθείκαι αυτός τη μέθοδοτης παραπλάνησης, προσπαθώντας να εμπαίξει την Εκκλησία και τον ελληνικό λαό, με τον ισχυρισμό ότι τα νέα Προγράμματα είναι Ορθόδοξα, όταν, μάλιστα, έχει άγνοια του θέματος, αφού δεν είναι ειδικός ούτε έχει σχέση με τη Θεολογική Επιστήμη. Ενεργεί μάλιστα με αυτόν τον τρόπο, ενώ γνωρίζει πολύ καλά:
1) Τις (3) συνοδικές απορριπτικές για τα νέα Προγράμματα αποφάσεις της Εκκλησίας του 2016.
2) Την έντονη θεολογική και παιδαγωγική κριτική που υφίστανται τα νέα Προγράμματα των Θρησκευτικώνκαι που συνεχίζεται, από το 2012 έως σήμερααπό Μητροπολίτες, Θεολόγους, το Άγιον Όρος, από πλείστα επιστημονικά κείμενα (πρακτικά διεθνών και άλλων συνεδρίων και ημερίδων, επιστημονικούς τόμους, διαλέξεις, άρθρα κ.ά.
3) Τη βαρυσήμαντη και εμπεριστατωμένη επιστολή, που απέστειλε τον Σεπτέμβριο στον Πρωθυπουργό και στους πολιτικούς  Αρχηγούς ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, απορρίπτοντας και μηδενίζοντας ουσιαστικά, με άρτια επιστημονική κριτική, τα πολυθρησκειακά Προγράμματα του ΙΕΠ, ως αντορθόδοξα επειδή:
α) Δεν βοηθούν«το παιδί μιας ορθόδοξης οικογένειας στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εικόνας για την Ορθοδοξία, αλλά κλονίζει  τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και του προκαλεί σύγχυση».
 β) Με αυτά «εκριζώνεται η θεολογική επιστήμη από το μάθημα των Θρησκευτικών».
γ) «δεν πρόκειται για θρησκευτικά αλλά για επιχείρηση αλλοιώσεως της πίστεώς μας».
4) Τη γενικήλαϊκή και πανελλήνια κατακραυγή και απόρριψή τους.
5) Την προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας γονέων και θεολόγων για την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων. Παρά ταύτα, οΠρόεδρος του ΙΕΠ,αναλαμβάνει πλέον βαρύτατες ευθύνες για όσα προκλητικά και παράνομα επέτρεψε και συνεχίζει να επιτρέπει να γίνονται στο ΙΕΠ σε βάρος του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Τα νέα Προγράμματα των Θρησκευτικών ούτε συντάχτηκαν ούτε αξιολογήθηκαν από ειδικούς. Γι αυτό είναι ακατάλληλα και απαράδεκτα, από θεολογικής και παιδαγωγικής πλευράς. Βασική αιτία θεωρείται η φωτογραφική επιλογή και αξιοποίηση ανθρώπωνσε ένα τόσο σημαντικόγια την μόρφωση των νέων μας έργο του ΙΕΠ, όπως η σύνταξη και η αξιολόγηση των Προγραμμάτων των Θρησκευτικών. Έτσι, εμπειροτέχνες διορίζονται ως εμπειρογνώμονες συντάκτες, οι δε συντάκτες αυτοί, στη συνέχεια, ορίζονται, ως αξιολογητές των Προγραμμάτων που οι ίδιοι συνέταξαν (βλ. πρόσφατη ανακοίνωση του ΙΕΠ στις 05/02/2017)!
Μια χούφτα Θεολόγων,δηλαδή, με την έγκριση του ΙΕΠ, εναλλάσσονται και ανακυκλώνονται διαρκώς στους ρόλους αυτούς. Ο ελληνικός λαός, με τον σοφό παροιμιακό του λόγο, αποφαίνεται: «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει…».Δεν είναι δυνατόν, όμως, να συγγράφονται και να αξιολογούνταιΠρογράμματα από μη ειδικούς στην πλειονότητά τους, που αγνοούν τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τους κανόνες σύνταξης και αξιολόγησης Προγραμμάτων. Μόνον ειδικοί διδακτολόγοι μπορούν να συντάξουν Προγράμματα και στη συνέχεια,φυσικά, διαφορετικοί από τους συγγραφείς, εξωτερικοί ειδικοί διδακτολόγοι αξιολογητές επιστήμονες μπορούν να προβούν σε αντικειμενική επιστημονικήαξιολόγηση των Προγραμμάτων αυτών.Γιατί γίνονται όμως όλα αυτά τα φαιδρά και αντιεπιστημονικά με τα Θρησκευτικά; Διότι από ό, τι φαίνεται, δεν στοχεύει το ΙΕΠσε ένα επιστημονικά και θεολογικά ορθώς και ορθοδόξως δομημένο Πρόγραμμα Σπουδών για τα Θρησκευτικά, αλλά σε ένα Πρόγραμμα πολτό και ακταρμάθρησκειών, επιλεγμένο και «κατάλληλο» για τη σύγχυση των μαθητών αλλά και βαπτισμένο και πολυδιαφημισμένο,μέσω της απαιτούμενης προπαγάνδας, ως Ορθόδοξο, για την παραπλάνηση των γονέων και του ελληνικού λαού!! Οι ευθύνες των Θεολόγων του ΙΕΠ και του Προέδρου του, όμως,δεν σταματούν εδώ.
Γνωρίζουν πολύ καλά όλοι τους ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι χριστιανικές κοινότητες,με ειδικούς διαπιστευμένους επιστήμονες,είτε έχουν οι ίδιες την ευθύνησύνταξης και αξιολόγησης των Προγραμμάτων και των Βιβλίων για το μάθημα των Θρησκευτικών είτε συμμετέχουν ισότιμα στις ομάδες της πολιτείας. Εδώ όμως, στη χώρα της Δημοκρατίας, της Ορθοδοξίας και του συνοδικού συστήματος, με αυταρχικό τρόπο,το ΙΕΠ αρνείται να κάνει με την Εκκλησία ένα δομημένο,ουσιαστικό και εκ του μηδενός διάλογο για τα Θρησκευτικά, επιλέγοντας αντί αυτού, να την εμπαίζει και να προχωρεί, χωρίς τη δική της πρόταση και  συγκατάθεση, σε μονομερείς αποφάσεις τόσο για την σύνταξη, εφαρμογή και αξιολόγηση των Προγραμμάτων όσο και για τη συγγραφήτων Βιβλίων.Γιατί, όμως, δεν θέλουν διάλογο και συνεργασία με την Εκκλησία; Γιατί,ακριβώς, δεν θέλουν έναορθόδοξο μάθημα, που εκ των πραγμάτων υποστηρίζει η Εκκλησία, αλλά ένα πολυθρησκειακό, συντονισμένο με τα διαθρησκειακά Προγράμματα τηςπαγκόσμιας ΜΚΟ, της νεοβουδιστικής οργάνωσης Arigatou. Το αποτέλεσμα αυτής της αυταρχικής μεθόδευσης το βλέπουν όλοι,όσοι μελετούν αυτά τα Προγράμματα, τα οποία φυσικά,μετά βδελυγμίας, απορρίπτουν, κυρίως δε οι Θεολόγοι, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων αρνούνται να τα εφαρμόσουν. Οι μόνοι που δεν θέλουν να δουν την χρεοκοπία του έργου τους είναι οι υπεύθυνοι του ΙΕΠ.
Ο Αρχιεπίσκοπος, ίσως γνωρίζει καλά πρόσωπα και πράγματα και γι αυτό έκανε λόγο τον Σεπτέμβριο του 2016 για «μια πρωτοβουλία ενός ή μερικών ανθρώπων»,αποτέλεσμα της οποίας είναι αυτά τα «ακατάλληλα και επικίνδυνα» Προγράμματα, τα οποία,όπως τόνισε, «δεν θα αποδώσουν καρπούς, αλλά θα προκαλέσουν μεγάλη ζημιά στην Παιδεία γενικότερα, στην κοινωνία και ρήξη στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας».

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ίσως, μετά και από αυτόντον τελευταίο,σε εξέλιξη ολοφάνερο εμπαιγμό της, εκ μέρους του ΙΕΠ, θα πρέπει να προσέξει δύο πράγματα:
 
Πρώτον  να επιμείνει στην πρόταση, που έχει ήδη συνοδικά αποφασίσει, γιαδιάλογο με την πολιτεία εκ του μηδενός για το μάθημα των Θρησκευτικών, να μη δεχθεί διορθώσεις των αδιόρθωτων και εκτρωματικών πολυθρησκειακών Προγραμμάτων,αλλά να απαιτήσει την απόσυρσή τους και τη σύνταξη νέων με βάση τη δική της πρόταση και, φυσικά, με τη δική της παρουσία και συνεργασία.
 
Δεύτερον, για να υπάρχει συνέπεια στην εκκλησιαστική πρόταση προς το Υπουργείο και να μην υπάρχουν σχέδια ή σκέψεις από κάποιους για υπαναχωρήσεις από τις ήδη ληφθείσες συνοδικές αποφάσεις,είναι ανάγκη να ερευνηθεί καλώς,το θέμα της συνέπειας στην εκπροσώπησητων θέσεων και των αποφάσεών της στο διάλογο με το Υπουργείο και το ΙΕΠ, με αποκλειστικό στόχο τη στήριξη της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής των νέων μας και σε καμιά περίπτωση την υπαναχώρηση στην υιοθέτηση της πολυθρησκειακής αγωγής, που επιδιώκουν εκείνοι, για τους οποίους ειπώθηκε στη Σύνοδο της Ιεραρχίας του Οκτωβρίου του 2016 ότι έβλαψαν την Εκκλησία.