Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Aνεκμετάλλευτος ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδας...οι αρχαιοελληνικοί χρόνοι μας δίνουν πολύτιμα στοιχεία σε μια περίοδο χωρίς εθνική κυριαρχία

Οι ιστορικοί αρχαιοελληνικοί χρόνοι καλύπτουν τους τελευταίους οκτώ προχριστιανικούς αιώνες.
αρχαίο πλυντήριο ορυκτών

Για ορόσημά τους έχουν στην αφετηρία την πρώτη – καλύτερα ως τότε οργανωμένη – Ολυμπιάδα (776 π.Χ.) οπότε καθιερώθηκε η καταγραφή των σπουδαιότερων γεγονότων
με τη φθογγολογική γραφή.
 Και στο τέρμα την κατάλυση και του τελευταίου ελληνιστικού κράτους, της Αλεξάνδρειας, που το 30 π.Χ. καταλύθηκε από τον νικητή της ναυμαχίας του Ακτίου (31 π.Χ.) Οκταβιανό. Με την ήττα της Αχαϊκής Συμπολιτείας από το Μόμμιο, 116 χρόνια πιο πριν, είχε συντελεσθεί η υποδούλωση ολόκληρης σχεδόν της Ελλάδος στους Ρωμαίους.
Όλη η περίοδος των αρχαιοελληνικών χρόνων χαρακτηρίζεται από μια πλουσιότατη πολιτιστική δραστηριότητα, που  με τα επιτεύγματά της στις Τέχνες και στα Γράμματα θεμελίωσε τον πολιτισμό σε πανανθρώπινη κι απεριόριστη χρονικά κλίμακα. Ακόμη και οι πολεμικές κατακτήσεις του Μ.Αλεξάνδρου έχουν έντονο εκπολιτιστικό χαρακτήρα. Ιστορικά η περίοδος χωρίζεται σε τρεις εποχές: Στην αρχαϊκή (8ος, 7ος και 6ος αι.) στην κλασική (5ος κι 4ος αι.) και στην Αλεξανδρινή ή ελληνιστική (3ος, 2ος και 1ος αι.).
Κατά την αρχαϊκή εποχή, συμπληρώνεται η αποικιακή επέκταση του Ελληνισμού σε όλα σχεδόν τα παράλια του Ευξείνου και της Μεσογείου κι εγκαθιδρύεται στη Ν. Ιταλία και τη Σικελία ή Μεγάλη Ελλάδα. Πρωτοστατούν οι Μιλήσιοι που με τα επιτεύγματά τους κάνουν τη Μίλητο το μεγαλύτερο κέντρο του αρχαϊκού πολιτισμού. Η υποταγή της Μικρασιατικής Ιωνίας στους Πέρσες και προπάντων η καταστολή της επαναστάσεώς της (499 π.Χ.) κλείνει την αρχαϊκή περίοδο.
Κατά την κλασική εποχή ο ελληνικός πολιτισμός κορυφώνεται στην Αθήνα, πραγματοποιώντας το γνωστό σε όλο τον κόσμο – Ελληνικό Θαύμα». Οι νικηφόροι πόλεμοι εναντίον των Περσών σημαδεύουν την αρχή της μεγάλης ακμής του, ενώ ο Πελοποννησιακός την έναρξη της παρακμής του. Η κυριαρχία των Μακεδόνων κλείνει, με τον Μ. Αλέξανδρο, την κλασική εποχή, ανοίγοντας τη διάδοχό της ελληνιστική προς το τέλος του 4 π.Χ. αιώνα.
Κατά την τελευταία εποχή της αρχαιοελληνικής περιόδου, την ελληνιστική, ο Ελληνισμός γνωρίζει το μεγαλύτερο άπλωμά του. Φθάνει ως τον Ινδό στην Ασία και ως τη Σαχάρα στην Αφρική, κι αναδεικνύει πολλά κέντρα του πολιτισμού στην Ανατολή, με μεγαλύτερο την Αλεξάνδρεια. Όμως οι ατέλειωτες διαμάχες μεταξύ των Διαδόχων και των Επιγόνων στον ευρύτερο ελληνιστικό χώρο, καθώς κι εκείνες μεταξύ των Συμπολιτειών Αχαϊκής κι Αιτωλικής και του βασιλείου των Μακεδόνων στη μητροπολιτική Ελλάδα, εμποδίζουν τη μεγάλη ακμή και τελικά οδηγούν στην υποταγή των Ελλήνων στους Ρωμαίους.

Ιστορικές πηγές για την αρχαιοελληνική μεταλλεία

Τα γραπτά κείμενα (επιγραφές και συγγράμματα), τα λείψανα της μεταλλευτικής δραστηριότητας (σκωρίες, στοές κ.λ.π.) των Αρχαιοελλήνων και τα ως τώρα αρχαιολογικά ευρήματα (όπλα, εργαλεία, κοσμήματα, έπιπλα κ.λ.π.) που κατασκευάστηκαν σε όλο το διάστημα, αποτελούν κι εδώ τις ιστορικές πηγές αντλήσεως πληροφοριών για την εξελικτική πορεία, που διέγραψε η ελληνική μεταλλεία κατά τους αρχαιοελληνικούς χρόνους. Γιατί συγγράμματα, που ν’ αναφέρονται ειδικά στη μεταλλεία, εκτός από το «Περί λίθων» του Θεοφράστου, δεν υπάρχουν.
Τις πρώτες πληροφορίες για τη μεταλλεία μας τις δίνουν οι δυο μεγάλοι ποιητές, Όμηρος και Ησίοδος. Και οι δυο έζησαν στην ανατολή της αρχαιοελληνικής περιόδου (τον 9ο π.Χ. αι. ο Όμηρος στη Μικρασιατική Ιωνία και τον 8ο ο Ησίοδος στη Βοιωτία) και τα έργα τους περιέχουν πολλά στοιχεία, που φωτίζουν τη δραστηριότητα γύρω από τα μέταλλα, όχι μόνο των συγχρόνων τους, αλλά και προηγουμένων γενεών, γιατί ενσωμάτωσαν σ’ αυτά και παραδόσεις, που εκτείνονται σε μεγάλο βάθος στο παρελθόν, καλύπτοντας και προϊστορικούς αιώνες.
Ευκαιριακές και ποιητικές εκφράσεις (παρομοιώσεις, συμβολισμοί και χαρακτηρισμοί) είναι οι αναφορές τους στα μέταλλα. Όμως, και με τη μορφή αυτή αποτελούν πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση, που βρισκόταν η μεταλλεία στην εποχή τους. Ο Όμηρος π.χ. σε πολλά σημεία της «Ιλιάδος» του, κάνει λόγο για περιοχές και λαούς, που διακρίνονταν στην παραγωγή κι επεξεργασία διαφόρων μετάλλων, κι αναφέρεται σε κοσμήματα κι άλλα μεταλλικά αντικείμενα. Και στην «Οδύσσειά» του, κοντά στ’ άλλα, με την ποιητική περιγραφή της τυφλώσεως του Πολύφημου από τον Οδυσσέα, μας δίνει μια ζωντανή εικόνα του τρόπου, με τον οποίο γινόταν η βαφή του σιδήρου (χάλυβα) στην εποχή του.
Επίσης, πολύτιμα στοιχεία για τη μεταλλεία περιλαμβάνει και ο Ησίοδος στο έργο του. Αυτός, π.χ. στο «Έργα και Ημέραι», χρησιμοποιώντας ονόματα μετάλλων για τον χαρακτηρισμό των, ως τα χρόνια του εποχών, στις οποίες χωρίζει τη ζωή της ανθρωπότητος, δίνει πληροφορίες, όχι μόνο για τα ως τότε επικρατέστερα μέταλλα και τη σειρά χρησιμοποιήσεώς τους από τον άνθρωπο, αλλά και για τις συνέπειες που είχε η διάδοση του σιδήρου στην εποχή του ποιητού.
Τέτοιες ευκαιριακές πληροφορίες μας δίνουν και πολλοί άλλοι Αρχαιοέλληνες ποιητές, καθώς και διάφοροι συγγραφείς της περιόδου, αλλά και νεώτεροι (της ρωμαιοκρατίας) ιστορικοί, φιλόσοφοι, ρήτορες, περιηγητές κλπ. Ανάμεσά τους ο Παυσανίας, ο Διόδωρος (ο Σικελιώτης), ο Ζήσιμος κ.α. παρέχουν και αρκετές λεπτομέρειες για τα ορυκτά γενικά, τα μέταλλα ειδικότερα και την επεξεργασία τους.
Αξιοσημείωτο εδώ είναι, ότι πολλοί συγγραφείς, αρχαίοι και μεταγενέστεροι Έλληνες και ξένοι (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Αριστοτέλης, Θεόφραστος, Πλούταρχος, Παυσανίας, Ψευδοαριστοτέλης, Στράβωνας, Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, Ευστάθιος, Στέφανος ο Αλεξανδρεύς, Visquensel, Landerer, Αθ. Γεωργιάδης, Γ. Γεωργαλάς, Α. Βαρβαρέσος, Ε. Mack κ.α.) αναφέρεται και στη μεταλλευτική και μεταλλουργική δραστηριότητα στη χώρα μας από τα πανάρχαια χρόνια. Προπάντων στην παραγωγή χρυσού, με συνέπεια να δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια πλούσια βιβλιογραφία για το πολύτιμο αυτό μέταλλο.

Η πρώτη Ορυκτολογία – Μια επιγραφή με τεχνικές προδιαγραφές

Όμως, κατά την ιστορούμενη περίοδο οι έρευνες για τα μέταλλα – και τα ορυκτά γενικότερα – άρχισαν να παίρνουν κι επιστημονική μορφή: Οι Έλληνες φιλόσοφοι, που με τους Ίωνες «φυσικούς» είχαν εγκαινιάσει την επιστημονική έρευνα του κόσμου, δεν μπορούσαν παρά να ενδιαφερθούν και για τα λογής πετρώματα, που συνέθεταν το φλοιό της Γης και που τόσο χρήσιμα ήταν για τον άνθρωπο.
peri lithonΑπόσπασμα της 1ης έκδοση του έργου Περί λίθων του Θεόφραστου από τον Aldus Manutio 1497.Αυτό το πνεύμα καθρεφτίζεται στην «Ορυκτολογία» του Θεοφράστου (372/369-288/285 π.Χ). Ο πολυγραφότατος αυτός φιλόσοφος, στηριζόμενος και στις σχετικές εργασίες του μεγάλου δασκάλου του Αριστοτέλη έδωσε στην ανθρωπότητα την πρώτη επιστημονική εργασία για τα μέταλλα και όλα τ’ άλλα ορυκτά. Τα «Περί λίθων» τμήμα της, που διασώθηκε αποτελεί κατά γενική αναγνώριση, την πρώτη επιστημονική Ορυκτολογία.
Στο έργο του αυτό ο Θεόφραστος δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή των ως τότε γνωστών μετάλλων, γαιών και πετρωμάτων, αλλά εκτείνεται και σε επιστημονική εξέταση της υφής και των ιδιοτήτων τους, προχωρώντας κι ως την εξήγηση της προελεύσεώς τους. Και δίνει τόσα στοιχεία ώστε κάνουν αναμφισβήτητο το συμπέρασμα ότι οι σύγχρονοί του Αρχαιοέλληνες είχαν ανεβάσει σε καταπληκτικά υψηλό βαθμό για την εποχή εκείνη τη μεταλλεία. Είχαν εντοπίσει πάρα πολλές μεταλλοφόρες περιοχές, είχαν οργανώσει πολλά ορυχεία, είχαν προαγάγει σε καταπληκτικό βαθμό τη μεταλλουργία και τη μεταλλοτεχνία και είχαν αναπτύξει ένα μεγάλης ακτίνας και θαυμαστής οργανώσεως εμπόριο μετάλλων.
Ο καθηγητής Γ. Μαρίνος χαρακτηρίζει «μνημειώδη» την «Περί λίθων» εργασία του Θεοφράστου, γράφοντας γι’ αυτήν:
- Ότι παρέχει αντικειμενική εικόνα για τις γνώσεις των αρχαίων γύρω από την ορυκτολογία και τη χημική τεχνολογία και ότι είναι γραμμένη σύμφωνα με την επιστημονική δεοντολογική μεθοδολογία, που ταιριάζει στις θετικές επιστήμες.
- Ότι περιγράφονται σ’ αυτήν πάρα πολλά από τα γνωστά ορυκτά και πετρώματα με τα ονόματά τους, τις ιδιότητες και τις πρακτικές χρήσεις τους κι ότι πολλούς από τους όρους της χρησιμοποιεί και η σύγχρονη Ορυκτολογία.
- Ότι η πραγματεία αυτή του Θεοφράστου, είναι απαλλαγμένη από τις μυθικές και μαγικές εκείνες δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, που η λαϊκή φαντασία αποδίδει στα διάφορα ορυκτά και που γεμίζουν τις μετά τον Θεόφραστο ορυκτολογίες.
- Ότι ο συγγραφέας της επιχειρεί σ’ αυτή, κατά το μέγιστο για την εποχή του δυνατό τρόπο, να εξηγήσει τη γένεση των ορυκτών και των φυσικών αντικειμένων στη φύση και να τα ταξινομήσει με βάσει τις φυσικές και χημικές ιδιότητές τους, προσέχοντας ιδιαίτερα τη συμπεριφορά τους απέναντι στους φυσικούς παράγοντες κι επισημαίνοντας την πρακτική σκοπιμότητά τους για τον άνθρωπο. Ακόμη και τους τόπους προελεύσεώς τους αναφέρει.
- Ότι στην εργασία αυτή του Θεοφράστου βλέπουμε την καταβολή όλων των βασικών κλάδων της σύγχρονης Ορυκτολογίας, δηλαδή της Ορυκτογενέσεως, της Συστηματικής Ορυκτολογίας, της Εφαρμοσμένης Ορυκτολογίας, της Τοπικής Ορυκτολογίας κ.λ.π.
- Και ότι, για όλ’ αυτά και για πολλά άλλα ακόμη, η Ορυκτολογία του Θεοφράστου, παρά τις όποιες αδυναμίες της (παρουσιάζει ανισότητες και ατέλειες στις περιγραφές των ορυκτών και δείχνει μη ολοκληρωμένο σύγγραμμα), θα παραμείνει έργο αθάνατο, που όσο οι επιστημονικές έρευνες θα προοδεύουν, τόσο θ’ αποκαλύπτεται η μεγάλη αξία του.
Αλλά κι αρκετές επιγραφές, απ’ εκείνες που έφεραν ως τώρα στο φως οι αρχαιολογικές έρευνες, αποτελούν πολύτιμες πηγές πληροφοριών για την αρχαιοελληνική μεταλλεία. Σε λίθινη επιγραφή, π.χ. του 4ου π.Χ. αι, που βρέθηκε στην Ελευσίνα το 1893, διαπιστώθηκε, ότι πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες τεχνικές προδιαγραφές. Ο χημικός Δρ. Γ. Βαρουφάκης στη συνεργασία του «Η αρχαία βιβλιογραφία και παράδοση υπό το πρίσμα του τεχνικού» γράφει, ότι πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες τεχνικές προδιαγραφές, για μια κλασσική παραγγελία, όπου καθορίζονται, η χημική σύνθεση του κρατερώματος (μπρούντζου) των εμπολίων και των πόλεων για την ανέγερση των κιόνων του προστώου στο Τελεστήριο της Ελευσίνας, οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες των χάλκινων συνδέσμων τους κ.α. Ακόμη και οι διάμετροι των πόλων κατά την τόρνευσή τους καθορίζονται στην επιγραφή.
Τα στοιχεία αυτά, καθώς και πολλά άλλα, που συνάγονται από τη μελέτη μεταλλικών κατασκευασμάτων της περιόδου, δείχνουν, επίσης, ότι η μεταλλεία στην Ελλάδα γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τους αρχαιοελληνικούς χρόνους και ότι συμβολή της στην οικοδόμηση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού υπήρξε σημαντικότατη.
 

ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

Μεταλλεία και μέταλλα
Οι αρχαίοι Έλληνες εξακολούθησαν και στους ιστορικούς χρόνους να εισάγουν από το εξωτερικό, με το πολύ αναπτυγμένο εμπόριό τους, τα περισσότερα από τα μέταλλα, που χρειάζονταν για τις μεταλλουργικές βιοτεχνίες τους. Όμως, παράλληλα ανέπτυξαν και στη χώρα το αντίστοιχη μεταλλευτική δραστηριότητα που τους έδωσε αρκετά μέταλλα, μερικά μάλιστα, κατά καιρούς, σε σεβαστές ποσότητες.
Υπολείμματα αυτής της δραστηριότητας (σκωρίες, στοές κ.α. λείψανα) βρέθηκαν σε πολλές θέσεις του σημερινού ελλαδικού χώρου και η μελέτη τους έδειξεν, ότι οι Αρχαιοέλληνες γνώριζαν τη μεταλλευτική τέχνη αρκετά καλά. Ήξεραν και τις μεταλλοφόρες περιοχές, που τους ενδιέφεραν, να ξεχωρίζουν και την εκμετάλλευσή τους να οργανώνουν καλά και τα μέταλλα να διαχωρίζουν από τα μεταλλεύματά τους. Από την Πίνδο και την Ροδόπη ως τον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο στην ηπειρωτική Ελλάδα μα και σε πολλά νησιά, οι σκωρίες από εκκαμινεύσεις μετάλλων, που εντοπίσθηκαν και μελετήθηκαν ως τώρα, ανεβάζουν σε πολλές δεκάδες τις μεταλλοπαραγωγές μονάδες, με ορυχεία και καμίνια, που λειτούργησαν κατά τη διάρκεια της αρχαιοελληνικής περιόδου. Κι ο αριθμός των ορυχείων γίνεται πολύ πιο μεγάλος, αν υπολογίσουμε κι αυτά, στα οποία εξορύσσονταν μη μεταλλευτικά υλικά (θείο, μάρμαρα κ.α) και όσα αναφέρονται από αρχαίους συγγραφείς, αλλά δεν διαπιστώθηκαν ακόμη.
Από τα ως τώρα γνωστά στοιχεία προκύπτει, ότι σε σπουδαία μεταλλευτικά κέντρα κατά τους αρχαιοελληνικούς χρόνους είχαν αναδειχθεί: η Ροδόπη, η Σκαπτή Ύλη (κι όλη η περιοχή του Παγγαίου), η Θάσος, η Λαυρεωτική, η Κύθνος, η Σέριφος, η Σίφνος, η Λακωνία κ.α.
Τα κυριότερα μέταλλα που προέρχονταν από εξορυσσόμενα μεταλλεύματα ήταν:
ancient minersΑπεικόνιση εργαζομένων σκλάβων στα μεταλλεία Λαυρίου. Κορινθιακό αγγείο 5ος π.Χ. αιώνας- Σίδηρος στην κρυσταλλοσχιστώδη μάζα της Ροδόπης, νοτιοδυτικά από τη λίμνη Βόλβη, στην Κύθνο, στη Σέριφο, όπου βρέθηκαν υπόγεια έργα για την εκμετάλλευση του μαγγανιούχου λειμωνίτη, στη Λακωνία, που ο σίδηρός της ήταν γνωστός στις αγορές της Μεσογείου, σαν καλής ποιότητος, στην Κρήτη κ.α. Φαίνεται πως από τα κοιτάσματα της Ροδόπης οι αρχαίοι Θράκες έβγαζαν σίδηρο από τον 8ο αι. π.Χ και πως η ευρύτερη περιοχή Μακεδονίας – Ευξείνου χρησιμοποιήθηκε για εξαγωγή σιδήρου απ’ όλους τους αρχαίους λαούς (Σκύθες, Κέλτες, Έλληνες, Ρωμαίους). Αλλά και τα πολλά σιδηρομεταλλεύματα της Σερίφου, προπάντων ο μαγνητίτης, γνώρισαν έντονη εκμετάλλευση κατά την αρχαιότητα.
- Άργυρος και μόλυβδος στο Λαύριο, στη Σίφνο, στην περιοχή της λίμνης Πρασιάδας (Δοϊράνη) και το όρος Δύσωρο (πιθανότατα τα Κρούσια).
- Χαλκός, χρυσός και άργυρος στην Κύπρο, στη Θάσο, στο Παγγαίο, στην Εύβοια και στη Χαλκιδική. Στην τελευταία σώζονται ακόμη και στοές από τ’αρχαία μεταλλωρυχεία της. Πολλοί είναι οι αρχαίοι συγγραφείς, που μιλούν για παραγωγή χαλκού στην Ελλάδα. Και τούτο γιατί υπάρχουν πολλά κοιτάσματα χαλκομεταλλευμάτων σ’ όλη σχεδόν τη βόρεια, ανατολική και νοτιοανατολική Ελλάδα. Στην Κύπρο μάλιστα, που θεωρούνταν η πιο πλούσια σε χαλκό, αλλά και με αρκετά κοιτάσματα μεταλλευμάτων χρυσού και αργύρου, οι πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων λένε πως εξάγονταν και σίδηρος (προπάντων από μαγνητίτη), αμίαντος, γύψος και πολύτιμοι λίθοι.
- Χρυσός στο Παγγαίο και στις γύρω του περιοχές (Σκαπτή Ύλη κ.α.) στο Άγκιστρο, στον ποταμό Εχέδωρο (Γαλλικό), στη Θάσο, στη Σίφνο κ.α.
- Μόλυβδος και ψευδάργυρος στη Ροδόπη.
- Άλλα ορυκτά: Θείο, τραχείτης, καολίνης κ.α. στη Μήλο, μάρμαρα στην Αττική (Πεντέλη), στη Νάξο, στην Πάρο, στη Χίο κ.α. Ασβεστόλιθοι και γρανίτες σε όλη σχεδόν τη χώρα.
Βέβαια και σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου εξορύχτηκαν από τα πιο πάνω μέταλλα, μα και άλλα ακόμη, από τα γνωστά της περιόδου. Όμως τα στοιχεία τους ή δεν εξακριβώθηκαν ως τώρα, ή δεν δείχνουν αξιόλογη μεταλλευτική δραστηριότητα.
Κατά την αλεξανδρινή εποχή η ελληνική επικράτεια επεκτείνεται σε όλες τις πλούσιες σε μέταλλα χώρες της Ανατολής. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί συνθήκες περισσότερο ευνοϊκές για τη μεταφορά μετάλλων και μεταλλευμάτων απ’ έξω, με το ναυτεμπόριο, για την παραπέρα επεξεργασία τους, από τις ελλαδικές βιοτεχνίες. Όμως ταυτόχρονα ευνοεί και τη μετανάστευση μεταλλοβιοτεχνών και μεταλλοτεχνιτών προς τις χώρες αυτές, όπου από τους Διαδόχους και τους Επιγόνους ιδρύονται πολλά κέντρα πολιτισμού, με πολύ έντονη σ’ αυτά – κυριαρχική θα ταίριαζε καλύτερα – την ελληνική δραστηριότητα. Και η μετανάστευση αυτή, όπως συμβαίνει πάντα, είχε τις επιπτώσεις της και στην ελλαδική μεταλλεία, ελαττώνοντας αισθητά την παραγωγή της.
Στην Ελλάδα τότε η μεταλλευτική δραστηριότης περιορίζεται στο Παγγαίο, όπου, στα χρυσορυχεία ιδιαίτερα, γνωρίζει τη μεγαλύτερη έξαρσή της επί Φιλίππου του Ε’ και στο Λαύριο, όπου σημειώνει κατά καιρούς αναλαμπές και με τις αναχωνεύσεις  παλαιών εκμεταλλεύσεων. Όμως, έντονη δραστηριότητα γνωρίζει η μεταλλοτεχνία- για την οποία γίνεται ειδικός λόγος παρακάτω – στην Κόρινθο, στη Δήλο και στα νησιά που βρίσκονται κοντά στα μικρασιατικά παράλια, προπάντων στη Χίο, Σάμο, Ρόδο και Κύπρο. Έτσι η παρακμή της μεταλλείας στον ελλαδικό χώρο κατά την αλεξανδρινή εποχή, αντισταθμίζεται με μεγάλη ακμή στον εξωελλαδικό. Στις αποικίες (Σινώπη, Κύζικο, Πέργαμο, Συρακούσες κ.α.) και στα ελληνιστικά κέντρα της Ανατολής.
Ανάμεσα στα τελευταία ξεχωρίζει η πρωτεύουσα των Πτολεμαίων Αλεξάνδρεια, που με ταχύτατο ρυθμό, προπάντων επί των τριών πρώτων βασιλέων της, εξελίσσεται στο μεγαλύτερο πολιτισμικό κέντρο του τότε κόσμου. Εκεί η μεταλλεία, εξυπηρετώντας τον υψηλό πολιτισμό που δημιουργεί η μεγάλη και πολυποίκιλη (πνευματική, καλλιτεχνική, ναυτεμπορική κ.λ.π.) δραστηριότης των Πτολεμαίων, γνωρίζει θαυμαστές προόδους σε όλους τους τομείς της, ιδιαίτερα στον μεταλλοτεχνικό. Όχι μονάχα γιατί στην Αλεξάνδρεια κατασκευάζονται τα μεγαλύτερα έργα της εποχής, που χρειάζονται κι αντίστοιχη μεταλλουργία. Αλλά και γιατί η επικράτεια των Πτολεμαίων απλώνεται πολύ και σε χώρες πλούσιες σε μεταλλεύματα.
 

Μεταλλωρυχεία και μεταλλωρύχοι

Η χρησιμοποίηση ανώτερης ποιότητος σιδήρου (χάλυβα) στην κατασκευή εργαλείων και οι πρόοδοι στην ανίχνευση, τον εμπλουτισμό και την εκκαμίνευση των μεταλλευμάτων συνετέλεσαν στο να οργανωθούν καλύτερα τα μεταλλωρυχεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο. Να ερευνούνται περισσότερο οι φλέβες των μεταλλευμάτων και η περιεκτικότητά τους σε μέταλλα και να προδιαγράφεται κατά κάποιο τρόπο η πορεία της εκμεταλλεύσεώς τους. Να κατασκευάζονται καλύτερες και γερότερες σκαλωσιές στα φρέατα και να παίρνονται όλο και περισσότερα μέτρα ασφαλείας.
Από τις σχετικές παρατηρήσεις στα αρχαιοελληνικά ορυχεία και κυρίως της Λαυρεωτικής, όπου κατά την περίοδο αυτήν αναπτύχθηκε μια από τις μεγαλύτερες μεταλλευτικές δραστηριότητες, προκύπτουν τα παρακάτω:
Εκτός από τις στοές με τις επιφανειακές εισόδους, ανοίγουν και άλλες, βαθιά μέσα σα μεταλλευτικά φρέατα, 0,60 ως 1 μ. ψηλές και παράλληλες με τις φλέβες του μεταλλεύματος. Η διάνοιξη των στοών, ο εντοπισμός του μεταλλοφόρου κοιτάσματος με «κεκλιμένες» στοές και η από κάτω προς τα άνω εκμετάλλευση ακολουθούσαν τη σημερινή διαδικασία, περίπου. Με τη διαφορά ότι οι στοές ακολουθούσαν πάντοτε τις μεταλλοφόρες φλέβες, γιατί τα τότε μέσα εξορύξεως και μεταφοράς δεν επέτρεπαν τη διάνοιξη μεγάλων και ευθύγραμμων στοών, ούτε και οι συνθήκες εργασίας των δούλων ενδιέφερε να είναι καλές.
Στα πρωτογενή κοιτάσματα του υπεδάφους, που η προέλευσή τους ήταν υδροθερμική (χαλαζιακές φλέβες κ.α) και περιείχαν χρυσό αυτοφυή ή σε μίγματα διαφόρων θειούχων ορυκτών με σιδηροπυρίτη, αρσενοπυρίτη, αντιμονίτη, γαληνίτη, τετραδίτη κ.α. η εκμετάλλευσή τους από τους αρχαίους γινόταν με φρέατα και στοές, που στα ορεινή εδάφη έφθαναν σε βάθος 200 και περισσότερα μέτρα (Παγγαίο, Καρσί Καβάλας, Αλή Μπουτούς Ορβήλου, Χαλκιδική, Θάσο, Εύβοια, Σίφνο κ.α.). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η μεταλλευτική δραστηριότης των αρχαίων φαίνεται και σήμερα από τα λείψανα πολλών φρεάτων κι εκβολάδων.
Στόμια αρχαίων μεταλλευτικών φρεάτων και στοών στο έδαφος, αλλά και φυσικά σπήλαια ακόμη, δημιούργησαν και δημιουργούν στη φαντασία του λαού οράματα και όνειρα για υπόγειους «θησαυρούς του Σολομώντα». Οι φαντασιώσεις αυτές, που όχι σπάνια εξελίσσονται σε υστερίες, καλλιεργούμενες κατάλληλα, οδηγούν σε περιπέτειες και οικονομικές καταστροφές για εξυπηρέτηση τυχοδιωκτικών σκοπών, όπου έγινε με τα «Λαυριακά» τον προηγούμενο αιώνα και με την περιπέτεια του Αβρέτ Ισάρ στην περιοχή Κιλκίς αργότερα.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με τις ποσότητες μετάλλων – προπάντων χρυσού, αργύρου και μολύβδου – που βγήκαν από τ’ αρχαιοελληνικά ορυχεία, καθώς και με τις σκωρίες που – στο Λαύριο τουλάχιστο – αναχωνεύθηκαν κατά την ιστορούμενη περίοδο, δείχνουν, ότι οι Αρχαιοέλληνες είχαν ανεβάσει τη μεταλλευτική τέχνη σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Οι εξορυκτικές – αλλά και οι άλλες  - εργασίες γίνονταν από δούλους, που κυριότερη πηγή προμήθειάς τους ήταν οι πόλεμοι. Στα σκλαβοπάζαρα κατά την κλασική εποχή οι δούλοι πουλιούνταν από 130 ως 195 δρχ. – ανάλογα με την ηλικία και τη σωματική τους δύναμη – και οι ιδιοκτήτες τους τους νοίκιαζαν στους εργολάβους των μεταλλείων προς 60 δρχ. τον χρόνο.
Οι συνθήκες εργασίας στα ορυχεία ήταν πολύ σκληρές, μη δίνοντας περιθώρια ζωής στους μεταλλωρύχους πάνω από 5 με 6 χρόνια. Γι’ αυτό και στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου 20.000 δούλοι, που οι περισσότεροί τους εργάζονταν στα μεταλλεία του Λαυρίου, δραπέτευσαν στους Σπαρτιάτες, μόλις οι τελευταίοι κατέλαβαν τη Δεκέλεια.
Θαυμαστή για την εποχή εκείνη παρουσιάζεται η τέχνη εξορύξεως των μαρμάρων, όπως φαίνεται από αρχαία λατομεία στην Πεντέλη, στην Αγία Μαρίνα, στη Θάσο κ.α.
Η περιχάραξη των μαρμάρινων όγκων γινόταν με στενή δίοδο (τρατσέρα), μέσα στην οποία χωρούσε μόνο ένας άνθρωπος. Κατόπιν, με τη βοήθεια ξύλινων σφηνών, αποκολλούνταν ο όγκος από τη φυσική του θέση. Για τον σκοπό αυτό βρέχονταν οι ξύλινες σφήνες και η διόγκωσή τους προκαλούσε την απόσταση του περιχαραγμένου όγκου.
Με τη βοήθεια ύστερα κορμών (στρογγύλια) μεταφέρονταν τα μάρμαρα έξω από τα λατομεία.
 

Τα «αργυρεία» του Λαυρίου

 Ι. Σημασία και ιστορία
ancient mine thorikoΆποψη αρχαίου μεταλλείου που βρίσκεται στο χώρο του αρχαίου θεάτρου ΘορικούΤα μεταλλεία του Λαυρίου – τα «αργυρεία» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονται από τους αρχαίους συγγραφείς εξαιτίας του άφθονου αργύρου που έβγαινε απ’ αυτά, ή η «βιομηχανία του Λαυρίου», όπως τ’ αποκαλούν νεότεροι ερευνητές – παρέχουν τα περισσότερα και καλύτερα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της εξελικτικής πορείας, που διέγραψε η ελληνική μεταλλεία κατά τους αρχαιοελληνικούς χρόνους. Αποτέλεσαν την κυριότερη πηγή υλικών δυνάμεων για την ανάδειξη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Κι ο ρόλος τους αυτός στάθηκεν αιτία να γνωρίσουν στο Λαύριο την καλύτερή τους εφαρμογή όλες οι κατακτήσεις, που σημείωσε κατά την αρχαιοελληνική περίοδο η μεταλλεία, σε παγκόσμια κλίμακα, σε όλους τους τομείς της: Στον διερευνητικό (εντοπισμός των μεταλλοφόρων περιοχών και καθορισμός των μετάλλων τους), στο εξορυκτικό (οργάνωση των ορυχείων), στον κατεργαστικό (μέθοδοι εμπλουτισμού των μεταλλευμάτων και απολήψεως των μετάλλων τους) και στον μεταλλουργικό, από την ποιοτική βελτίωση των παραγομένων μετάλλων με το παραπέρα καθάρισμά τους και το δυνάμωμά τους (χαλύβδωση του σιδήρου) ως τη μεταλλοτεχνική επεξεργασία τους. Ακόμη και στον κοινωνικό λειτουργικό τομέα (νομικό καθεστώς) η μεταλλευτική δραστηριότης στο Λαύριο κατά την ίδια περίοδο μας έδωσε τον τελειότερο ως τότε νόμο, το «Μεταλλικό Νόμο», που κρυσταλλώθηκε κατά την κλασική εποχή και στάθηκε βάση για όλες τις μετέπειτα σχετικές νομοθεσίες ως τις μέρες μας.
Με λίγα λόγια, η εξελικτική πορεία και η λειτουργία των «αργυρείων» του Λαυρίου σχηματίζουν τη σαφέστερη εικόνα για την πορεία, που ακολούθησε η ελληνική μεταλλεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο. Κι επειδή γι’ αυτήν υπάρχουν τα περισσότερα στοιχεία (υπολείμματα στην περιοχή και πληροφορίες πολλών συγγραφέων), θα γίνει η περιγραφή της σ’ αυτό το κεφάλαιο, με την παράθεση των κυριοτέρων στοιχείων και με την συντομία που υπαγορεύει ο περιορισμένος χώρος.
 
ΙΙ. Πορεία εκμεταλλεύσεως
Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον ακριβή καθορισμό της ενάρξεως λειτουργίας των αθηναϊκών μεταλλείων στο Λαύριο. Από τις σχετικές πληροφορίες άλλες λένε πως τ’ ανακάλυψαν οι Φοίνικες, άλλες πως η εκμετάλλευσή τους άρχισε στα χρόνια του Ερεχθέα και άλλες στα χρόνια του Θησέα.
Πάντως, η περιορισμένη δραστηριότης των Αθηνών ως τον 6ο π.Χ.αι, σε σύγκριση με τα άλλες σύγχρονές του Ελληνίδες πόλεις (Μίλητο, Ερέτρα, Αίγινα, Κόρινο, κ.λπ) οι δυσκολίες της απολήψεως το αργύρου από το γαληνίτη, που δεν είχαν ξεπεραστεί σε ικανοποιητικό βαθμό ακόμη και η σχετική έλλειψη δούλων, που δεν έφθαναν και για την εξορυκτική εργασία, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι μέχρι και τον 6ο αι, πολύ λίγο μετάλλευμα εξορυσσόταν στο Λαύριο. Τον 6ο αι, γράφει ο Zimmern, φαίνεται πως δεν υπήρχαν αρκετοί Αθηναίοι επιχειρηματίες πρόθυμοι να διακινδυνεύουν κεφάλαια για τα μεταλλεία του Λαυρίου και ο ελληνικός κόσμος προμηθευόταν ακόμη τα πολύτιμα μέταλλά του από τα μεταλλεία της Σίφνου και της Θάσου. Στο 483, όμως – συνεχίζει – προς το τέλος της ανάπαυλας μεταξύ Μαραθώνος και Σαλαμίνος, τα πράγματα άλλαξαν εντελώς όψη. Οι Αθηναίοι ανακάλυψαν ξαφνικά, τυχαία ίσως, νέα και πλουσιότερη φλέβα στη Μαρώνεια, που τράβηξε το ενδιαφέρον όλων των πλουσίων. Όποιος είχε διαθέσιμα χρήματα και τους κατάλληλους δούλους, νοίκιαζε από το κράτος ανάλογη έκταση και την εκμεταλλευόταν. Και είχαν τέτοια επιτυχία, ώστε σ’ ένα χρόνο η πόλη εισέπραξε από τα ενοίκια πάνω από 50 τάλαντα.
Από τότε η μεταλλευτική δραστηριότης στο Λαύριο άρχισε να παίρνει διαστάσεις που της έδωσαν βιομηχανική μορφή και ακολουθώντας την ιστορική πορεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας να σημειώνει αντίστοιχες ακμές και παρακμές. Έτσι, ως το 87 π.χ. που τα «αργύρεια» του Λαυρίου έπεσαν στην αφάνεια, τη μεγαλύτερη ακμή τους τη γνώρισαν στα χρόνια του Θεμιστοκλή και του Περικλή, ως τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Δηλαδή από το 483 ως το 431 π.χ. Κατά τον καταστροφικότατο για την Ελλάδα εκείνο πόλεμο η δραστηριότης στα μεταλλεία του Λαυρίου περιορίστηκε πολύ, για να φθάσει στην ανυπαρξία ύστερ’ από την εγκατάλειψή τους (413 π.Χ.) από τους δούλους που εργάζονταν σ’ αυτά. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας από τον Θρασύβουλο (403 π.Χ.) ξαναρχίζει η εκμετάλλευσή τους, η οποία χάρη στην αναπροσαρμογή των επιχειρήσεών τους σύμφωνα με τις υποδείξεις του Ξενοφώντος, κορυφώθηκε επί Λυκούργου, από το 338 ως το 326 π.Χ. για ν’ αρχίσει και πάλι να παρακμάζει εξαιτίας του άφθονου μακεδονικού χρυσού, που κυκλοφόρησαν ο Φίλιππος κι ο Μέγας Αλέξανδρος, εκτοπίζοντας από την αφορά τους «δαρεικούς» και υποτιμώντας τον αθηναϊκό άργυρο. Δέκα χρόνια αργότερα, επί Δημητρίου του Φαληρέως, τα μεταλλεία του Λαυρίου γνωρίζουν ανάκαμψη με το δυνάμωμα της παραγωγής τους από το 317 ως το 307, για ν’ αρχίσουν και πάλι να παρακμάζουν, ακολουθώντας την τύχη της Αθήνας των ελληνιστικών χρόνων. Από το 146 ως το 87 πΧ σημειώνουν μιαν αναλαμπή ακμής με την αναχώνευση των σκωριών και τη διαλογή των εκβολάδων της προηγουμένης μεταλλευτικής δραστηριότητας. Η επιδρομή του Σύλλα, που ρήμαξε την Αττική, έσβησεν ολότελα τα καμίνια στο Λαύριο και τα μεταλλεία του έπεσαν στην αφάνεια ως την εποχή μας.
 
ΙΙΙ. Τα ορυχεία
lavrion exoriksiΕξόρυξη μεταλλεύματος (πηγή: Κονοφάγος Κ. "Το αρχαίο Λαύριο")Τα ορυχεία του Λαυρίου, όπως βγαίνει από τις ως τώρα σχετικές έρευνες είχαν απλωθεί κατά την αρχαιοελληνική περίοδο σε μια έκταση 40 τ. χλμ. στη Λαυρεωτική, στο τρίγωνο Καμάριζα – Σούριζα – Πλάκα, όπου έχουν ανακαλυφθεί πάνω από 1000 φρέατα κι άλλες τόσες περίπου στοές («υπόνομοι», «διαδύσεις», «δυώρυγες», «ορύγματα» και «σήραγγες»).
Τα φρέατα και οι στοές: Τα φρέατα είχαν όλα τετράγωνη ή παραλληλόγραμμη διατομή, με διαστάσεις 1,30 Χ 1,90 μ. και σπάνια 1,90 Χ 2 μ. και ήταν βαθιά κατά κανόνα.  Το βαθύτερο που ανακαλύφθηκε ως τώρα φθάνει τα 119 μ. Των στοών η διατομή, συνήθως, ήταν κανονική (παραλληλόγραμμη ή τραπέζια), καμιά φορά όμως κι ακανόνιστη, και είχαν διαστάσεις: ύψος 0,50 -0,60 μ. που σπάνια έφθανε το 1μ. και πλάτος 0,60-0,90 μ. Με τις διαστάσεις αυτές και με τα τότε εξορυκτικά μέσα ο κάθε μεταλλωρύχος μπορούσε ν’ ανοίξει το μήνα 12 μ. στοά και 5 μ. πηγάδι. Στα επικίνδυνα κενά αφήνονταν υποστηρίγματα («όρμοι» ή «μεσοκρινείς») από το ίδιο το μετάλλευμα. Κάπου κάπου όμως, χρησιμοποιούνταν και ξύλινα στηρίγματα. Οι εργάτες κατέβαιναν στα πηγάδια με ξύλινες σκάλες (κλίμακες) που για τη στήριξή τους ανοίγονταν κατάλληλες τρύπες στα τοιχώματα. Βρέθηκαν και πηγάδια, που χρησίμευαν για ανέλκυση του μεταλλεύματος στην επιφάνεια, καθώς και άλλα για τον εξαερισμό των υπόγειων έργων. Κοντά στα πρώτα υπάρχουν και στοές πλάγιες (κεκλιμέναι), εφοδιασμένες κι αυτές με σκάλες για το ανεβοκατέβασμα των μεταλλωρύχων, ενώ στις εισόδους των άλλων φαίνεται πως ανάβονταν και φωτιές για τον καλύτερο αερισμό των στοών. Πολύ λίγα πηγάδια παρουσιάζουν κάθε 8 μ. στροφή της τετράγωνης διατομής τους γύρω από τον άξονά τους, με σκοπό την καλύτερη στήριξη της σκάλας στις εξοχές τους. Η σκάλα ακολουθούσε τα τοιχώματα του πηγαδιού και στη μέση σχηματιζόταν κάθετο κενό για την ανέλκυση του μεταλλεύματος.
Τα σκαπτικά εργαλεία: Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν στο Λαύριο για την εξόρυξη του μεταλλεύματος ήταν η κοινή αξίνα (ένα είδος κασμά), το σφυρί («τυπίς») και το καλέμι («ξοις»). Όλα ήταν ατσαλένια (χαλύβδινα). Το σφυρί ήταν 2.5 κιλά βαρύ και η μια του άκρη ήταν επίπεδη, ενώ η άλλη μυτερή, με τετραεδρική αιχμή. Το καλέμι ήταν μακρύ 0,20-0,35 μ. και κατέληγε κι αυτό σε τετραεδρική αιχμή. Αξίνα και σφυρί ήταν εφοδιασμένα με στειλιάρια (ξύλινα στελέχη) μήκους 0,40 μ. η πρώτη και 0,20-0,30 μ. το δεύτερο.
Η τεχνική της εξορύξεως: Με το άνοιγμα των φρεάτων και στοών αναζητούνταν, με βάση διάφορες ενδείξεις, το μετάλλευμα που, όταν εντοπιζόνταν, επιζητούνταν με δοκιμαστικά φρέατα και πλάγιες στοές, η εξακρίβωση των διαστάσεών του. Κι όταν επιτυγχάνονταν κι αυτό, άρχιζε η εξόρυξή του, συνηθέστερα από κάτω. Ο μεταλλευτής με το σφυρί και το καλέμι αποσπούσε από το μετάλλευμα μικρά κομμάτια του, που μεταφέρονταν μέσα σε δερμάτινους ή πλεκτούς με σπάρτο σάκους («πήραι» ή «θήλακοι») από τους μεταφορείς δούλους («θηλακοφόρα ανδράποδα») στους τόπους της παραπέρα επεξεργασίας τους. Στην επιφάνεια ανεβάζονταν από τα πηγάδια με ανέλκυση.
Συνθήκες εργασίας: Η περισσότερη εξορυκτική εργασία γινόταν στις στοές (σήραγγες) που ήταν ελικοειδείς παρακολουθώντας τη φλέβα του μεταλλεύματος, και κάτω από το φως πήλινων ελαιολύχνων, που τοποθετούνταν σε κοιλώματα, κατασκευασμένα επίτηδες και που κρατούσαν 10 ώρες, όση δηλαδή ήταν και η διάρκεια εργασίας κάθε ομάδας στα ορυχεία. Οι μεταλλωρύχοι δούλοι («διορύττοντα ανδράποδα») λόγω του μικρού ύψους των στοών, που επιβαλλόταν και από λόγους περισσότερης ασφάλειας, εργάζονταν μέσα σ’ αυτές ξαπλωμένοι πλάγια ή ανάσκελα και πολύ σκληρά, για ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εργοδοσίας και ν’ αποφεύγουν τις τιμωρίες. Εργάζονταν σχεδόν ολόγυμνοι, με τα πόδια αλυσοδεμένα, για να μη μπορούν να το σκάζουν από τοη δουλειά και έφερναν στο σώμα τους πυρότυπη (εγκεκαυμένη) τη σφραγίδα του κυρίου τους, λέει ο Α. Zimmern. Η τροφή τους ήταν αρκετά ικανοποιητική, για να μπορούν ν’ αντέχουν περισσότερο χρόνο. Για μεγαλύτερη παραγωγή η εργασία στα ορυχεία συνεχιζόταν με βάρδιες όλο το 24ωρο.
 
IV. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος
Τα καθαριστήρια: Το μετάλλευμα, κομματιασμένο όπως έβγαινε από τα ορυχεία, μεταφερόταν στα καθαριστήρια, όπου ετοιμαζόταν για εμπλουτισμό κι εκκαμίνευση. Η ετοιμασία αυτή ακολουθούσε την εξής διαδικασία: Με χειροδιαλογή καθαρίζονταν πρώτα τα στείρα υλικά. Έπειτα το μετάλλευμα θρυμματιζόταν σε μικρά κομμάτια, όγκου ρεβιθιού. Η εργασία αυτή γινόταν μέσα σε πέτρινα γουδιά («λίθινοι όλμοι») με σιδερένια γουδοχέρια («ύπεροι»).
Συνέχεια ύστερα το έτσι θρυμματισμένο μετάλλευμα αλεθόταν σε χειροκίνητους μύλους – από τραχείτη της Μήλου, πιθανώς – που κινούνταν από δούλους με τη βοήθεια ξύλινων μοχλών («κώπαι»). Εκεί το μετάλλευμα γινόταν ψιλό («κέγχρος»), σε κόκκους διαμέτρου 0,001 μ. κι αφού κοσκινιζόταν σε ειδικά κόσκινα («σάλακες») – λίθινες λεκάνες, επικλινείς, με στενό άνοιγμα στη μέση, κατά μήκος του πυθμένα τους – μεταφερόταν στο πλυντήριο («κεγχρεών» ή «καθαριστήριον») όπου συμπληρωνόταν ο εμπλουτισμός του με το πλύσιμο.
lavrion emploutismosΕμπλουτισμός μεταλλεύματος (πηγή: Κονοφάγος Κ. "Το αρχαίο Λαύριο")Τα πλυντήρια: Την εικόνα που είχε σχηματισθεί από τις έρευνες των ειδικών – δικών μας και ξένων – για τα μεταλλεία του Λαυρίου, τη συμπλήρωσαν σε ικανοποιητικό βαθμό οι επιτόπιες έρευνες του καθηγητού της Μεταλλογνωσίας στο Ε.Μ.Πολυτεχνείο Κ. Κονοφάγου, που σε μερικές περιπτώσεις, όπως στα πλυντήρια, οι διαπιστώσεις του επικυρώθηκαν, κατά τρόπο αναμφισβήτητο κι από πειραματικές κατασκευές.
Σύμφωνα λοιπόν, με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τον ίδιο σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Αθηνών «Το Βήμα» (16.11.1969) οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν εγκαταστήσει στο Λαύριο επίπεδα πλυντήρια κυκλικού τύπου, που προκαλεί έκπληξη η τελειοτάτης συλλήψεως τεχνική τους. Περιγράφοντας τα πλυντήρια αυτά ο καθηγητής, είπε: Το κυκλικό πλυντήριο που η διάμετρός του είναι 6μ., έχει κατασκευή ελικοειδή: το τέλος του είναι χαμηλότερο από την αρχή του κατά 20 εκ. Πρόκειται, λοιπόν στην οποία για ένα ρείθρο με πολλές κοιλότητες (λακκούβες) στη σειρά. Σ’ αυτό το ρείθρο έρεε το μετάλλευμα, τριμμένο σε κόκκους ενός χιλιοστού, αφού τροφοδοτούνταν με νερό. Στις πρώτες κοιλότητες μαζευόταν το βαρύ μετάλλευμα, που ήταν και το πιο πλούσιο σε μόλυβδο και άργυρο. Στις τελευταίες κοιλότητες έφθανε το φτωχό μετάλλευμα. Το νερό κατέληγε σ’ ένα σημείο του πλυντηρίου, κοντά στην αρχή του. Απ’ εκεί το ξανακυκλοφορούσαν οι δούλοι. Τον τύπο αυτό του πλυντηρίου – είπε ο καθηγητής Κ. Κονοφάγος – τον ανακατασκευάσαμε από μπετόν, τον θέσαμε σε λειτουργία και διαπιστώσαμε, ότι έχει απόδοση της τάξεως του 60%.
Κοντά στα πλυντήρια – γράφει ο καθηγητής Ι. Δοανίδης – είχαν κτισθεί δεξαμενές («ενδοχεία» ή «υποδοχαί») χωρητικότητας 100 ως 200, αλλά και 500 κι 600 κυβ .μ. για τη συγκέντρωση των βρόχινων νερών, γιατί στην περιοχή δεν υπάρχουν άλλα νερά. Για την προστασία τους μάλιστα από την ηλιακή εξάτμιση, δεξαμενές και πλυντήρια ήταν σκεπασμένα με ξύλινες στέγες. Γενικά, όλη η εργασία στα πλυντήρια – γράφει ο ίδιος καθηγητής – γινόταν με κύρια φροντίδα την εξοικονόμηση του νερού, που όσο σπάνιζε τόσο ήταν απαραίτητο. Οχετοί και αγωγοί, με καλά υπολογισμένη κλίση και με φρεάτια για την απόθεση των παρασυρόμενων υλών, διέτρεχαν τα πλυντήρια με αξιοζήλευτη σκοπιμότητα. Ο πυθμένας και τα τοιχώματά τους, καθώς και των δεξαμενών και των πλυντηρίων ήταν σκεπασμένα με υδατοστεγές επίχρισμα ειδικής κατασκευής, που ακόμα διατηρείται άριστα.
Φαίνεται ότι την εποχή αυτή ήταν γνωστή και η μέθοδος εμπλουτισμού των μεταλλευμάτων με επίπλευση (flotation), που θεωρείται σύγχρονή μας εφεύρεση και που τόσο βοηθά στην αξιοποίηση των πτωχών μεταλλευμάτων. Ο Αριστοτέλης στο «Περί ζώων, Β» έργο του περιγράφει την αρχή της σημερινής μεθόδου επιπλεύσεως, γράφοντας πως μια μάζα, που περιέχει «μολυβδαινα» (εννοώντας το μολυβδούχο ορυκτό γαληνίτη σε σκόνη), όταν ανακατεύεται με νερό (ή) και με λάδι, διογκώνεται κι από μαύρη γίνεται άσπρη, αναμιγνύεται με τον αέρα σχηματίζοντας αφρό.
Τέλος, για τα πλυντήρια του Λαυρίου υπάρχει και η γνώμη, πως τα ελικοειδή απ’ αυτά οι αρχαίοι τα χρησιμοποίησαν μόνο πειραματικά, γιατί ήταν λιγότερο παραγωγικά από τα επίπεδα. Γι’ αυτό και στη Λαυρεωτική ελικοειδή πλυντήρια διαπιστώθηκαν ως τώρα μόνο τρία, ενώ επίπεδα εκατοντάδες (Ι. Τρικαλινός, «Βιβλιογραφική Ανάλυσις κλπ»).
lavrion metalourgiaΕμπλουτισμός μεταλλεύματος (πηγή: Κονοφάγος Κ. "Το αρχαίο Λαύριο")Η εκκαμίνευση: Το εμπλουτισμένο μετάλλευμα μεταφερόταν στα καμίνια (κάμινοι) για εκκαμίνευση και τοποθετούνταν μέσα σ’ αυτά με συλλιπάσματα: άχυρο ή πίτυρο. Τα καμίνια δούλευαν με ξυλοκάρβουνο, γι’ αυτό και όσον καιρό εξυπηρετούνταν από την ντόπια ξυλεία ήταν εγκατεστημένα κοντά στα πλυντήρια. Όταν, όμως, τα δάση της Λαυρεωτικής, εξαντλήθηκαν κι άρχισε να χρησιμοποιείται η ξυλεία της Εύβοιας και των Κυκλάδων, τα καμίνια μεταφέρθηκαν στους κοντινούς όρμους, όπου και βρέθηκαν μεγάλα ποσά σκωρίες.
Τι μορφή είχαν τα καμίνια – γράφει ο καθηγητής Ι. Δοανίδης – δεν γνωρίζουμε. Πρέπει να ήταν μικρά, με διάμετρο το πολύ 1 μ. και χαμηλά, για να είναι δυνατή η προσφύσηση του αναγκαίου για την τήξη αέρα με χειροκίνητα φυσερά. Κατά την πρώτη, την αρχαιότατη, περίοδο η εργασία αυτή δεν γινόταν συνέχεια, με συνέπεια η σκωρία να μη χωρίζεται καλά από τα μέταλλο, αλλά να διατηρείται παχύρευστη και πολτώδης, συγκρατώντας στη μάζα της και σημαντικές ποσότητες μολύβδου σε μεταλλική κατάσταση καθώς και άθικτο μετάλλευμα και ξυλοκάρβουνο.
Η περιεκτικότης σε χημικά ενωμένο μόλυβδο που παρουσιάζουν οι σκωρίες αυτές, δείχνει και την εξελικτική πορεία που σημείωσε η εκκαμίνευση στα μεταλλεία Λαυρίου και που αναμφισβήτητα ήταν αξιοθαύμαστη με τα τότε μέσα. Οι παλαιότερες περιέχουν ενωμένο μόλυβδο πάνω από 10% (συνήθως 15% και σπανιότερα 20%). Οι κατοπινές 5-8% και οι νεότερες, στην περιοχή Πασά, 4-5%.
Για την απομάκρυνση των καπνών θα πρέπει τα καμίνια να ήταν εφοδιασμένα με κατάλληλες καπνοδόχους, παρόμοιες με κείνες που περιγράφει ο Στράβων (ΙΙΙ, ΙΙ, 8) για τα ισπανικά μεταλλεία, γράφοντας:
«Τας δε καμίνους του αργύρου ποιούσιν υψηλάς, ώστε την εκ των βώλων λιγνύν μετέωρον εξαίρεσθαι. Βαρεία γαρ εστί και ολέθριος».
Οι Γ.Μαρίνος και W. Petraschek στο έργο τους «Λαύριον» γράφουν για τα καμίνια του Λαυρίου:
«Ήσαν μικραί κάμινοι εκ πλακών σχιστολίθου ή τραχείτου, εντός των οποίων ετοποθετείτο το μετάλλευμα μετά ξυλανθράκων και κατά την καύσιν προσεφυσάτο αήρ εκ της βάσεως δια χειροκινήτων φυσερών. Τότε το μολυβδούχον μετάλλευμα ετήκετο και απεχωρίζετο ο αργυρούχος μόλυβδος, όστις έρεεν από την βάσιν των καμίνων. Τα κατά την εκκαμίνευσιν δηλητηριώδη αέρια, περιέχοντα άνθρακα, θείον, αρσενικόν, αντιμόνιον κλπ απήγοντο δια καπνοδόχων».
Η κυπέλλωση: Μετά την εκκαμίνευση ακολουθούσε η εξαγωγή, από τον αργυρούχο μόλυβδο που παιρνόταν κατ’ αυτήν, του αργύρου, στον οποίο άλλωστε απέβλεπαν, κυρίως οι μεταλλευτικές εργασίες στο Λαύριο. Η εξαγωγή αυτή επιτυγχανόταν με την κυπέλλωση. Δηλαδή με την οξείδωση του μολύβδου, όπως φαίνεται από τις μεγάλες ποσότητες λιθαργύρου (οξείδιο του μολύβδου που παράγεται κατά την κυπέλλωση), που βρέθηκαν στο Λαύριο.
Η κυπέλλωση γινόταν με ειδικά πυρίμαχα κύπελλα, απ’ όπου και τ’ όνομά της. Στα κύπελλα αυτά έβαζαν τον αργυρούχο μόλυβδο, και τα τοποθετούσαν μέσα σε καμίνια, που λειτουργούσαν με ξυλοκάρβουνα και φυσερά. Η θερμοκρασία σ’ αυτά έφθανε γύρω στους 100 βαθμούς Κελσίου και συντελούνταν η οξείδωση του μολύβδου, που σαν λιθάργυρος ανέβαινε στην επιφάνεια απ’ όπου ή έτρεχε από μια εγκοπή του κυπέλλου και σχημάτιζε στο δάπεδο πλάκες λιθαργύρου (μέθοδος υπερχειλίσεως), ή λαμβανόταν με επανειλημμένες εμβαπτίσεις των άκρων σιδηρένιων ράβδων στο μεταλλικό λουτρό. Με τη μέθοδο αυτή, κατά τον καθηγητή Κ. Κονοφάγο, στις άκρες των ράβδων, που μετά από κάθε εμβάπτιση ψύχονταν σε νερό, συγκεντρωνόταν ο λιθάργυρος, σχηματίζοντας σωληνοειδή σώματα, τα οποία, όταν δεν αφαιρούνταν γρήγορα, μεταβάλλονταν σε κωνικά από τα αλλεπάλληλα στρώματα. Χρησιμοποιήθηκε, όχι όμως τόσο πλατιά όσο η πρώτη, στο Λαύριο.
Παραγωγή: Το μετάλλευμα του Λαυρίου – είπε ο καθηγητής Κ. Κονοφάγος στην παραπάνω αναφερόμενη συνέντευξή του – είναι θειούχος ή οξειδωμένος μόλυβδος που, όπως εξορυσσόταν τότε, περιείχε 20% μόλυβδο και 400 γρ. περίπου άργυρο στον τόνο, δηλαδή 2 κιλά άργυρο σε κάθε τόνο μολύβδου. Οι αρχαίοι ονόμαζαν το μετάλλευμα αυτό αργυρίτη λίθο, γιατί ενδιαφέρονταν για τον άργυρό του, κυρίως.
Στους τέσσερις περίπου αιώνες που έγινε η εκμετάλλευσή του – από το 146 ως το 87 π.Χ. έγινε αναχώνευση των παλιών εκβολάδων και σκωριών – οι Αθηναίοι παρήγαγαν.
- Κατά τον Α. Κορδέλα 2.100.000 περίπου τον μόλυβδο και 8.400.000 κιλά άργυρο.
- Κατά τον Κ. Κονοφάγο, η παραγωγή στο διάστημα αυτό θα πρέπει να έφθασε το λιγότερο στους 1.300.000 τον μολύβδου και στα 2.500.000 κιλά αργύρου.
Το 1870 βρέθηκαν στο χώρο των μεταλλείων του Λαυρίου: 7.000.000 τον. Φτωχό μετάλλευμα (εκβολάδες), με περιεκτικότητα σε μόλυβδο 6-10% και 1.400.000 τον.σκωρίες, με μέση περιεκτικότητα σε μόλυβδο 10%.
Εκτός από μόλυβδο και άργυρο, οι Αθηναίοι κυκλοφορούσαν στην αγορά και άλλα προϊόντα της μεταλλευτικής τους δραστηριότητος στο Λαύριο, όπως καδμία (πιθανότατα οξείδιο του ψευδαργύρου), σποδό (οξείδιο του αντιμονίου), μολύβδαινα (οξείδιο του μολύβδου) και κιννάβαρι (το σημερινό μίνιο πιθανότατα), όλα εξαχνώματα της καμινείας.
Τα νομισματοκοπεία: Τομέα της μεταλλευτικής δραστηριότητος των αρχαίων Αθηναίων στο Λαύριο αποτελούσαν και τα νομισματοκοπεία, μια και τον περισσότερο άργυρο των μεταλλείων τον χρησιμοποιούσαν για την κοπή νομισμάτων. Κατά την κλασική εποχή η νομισματοκοπία είχε φθάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο, δείχνοντας αρκετά καθαρά και τις προόδους, που είχαν σημειωθεί και στους άλλους κλάδους της μεταλλοτεχνίας, καθώς και στη μεταλλογνωσία γενικότερα. Δείχνει, π.χ. ότι οι Αθηναίοι είχαν από τότε παρατηρήσει το φαινόμενο της «επανθίσεως» του αργύρου και το εφάρμοζαν, επιτυγχάνοντας μ’ αυτό τη θαυμαστή καθαρότητα των 985 – 990 τοις χιλίοις του αργύρου στα νομίσματά τους. Επίσης, ότι είχαν αναπτύξει μια τεχνική στην κοπή νομισμάτων, τόσο τέλεια και αποδοτική, που δεν μπορούσε να γίνει καλύτερη εκείνη την εποχή και που επιβεβαιώνει την άποψη, πως τα επιτεύγματα αυτά δεν μπορεί παρά να έβρισκαν εφαρμογές και στους άλλους κλάδους της μεταλλοτεχνίας (κοσμηματοποιία κ.α. μεταλλοκατασκευές), όπου, επίσης, έχουμε θαυμαστά δείγματα.
Πιο κάτω περιγράφεται η διαδικασία της αρχαιοκλασικής νομισματοκοπίας, όπως την εκθέτουν ο καθηγητής Κ. Κονοφάγος και οι συνεργάτες του στη σχετική ανακοίνωσή τους, παραθέτοντας και μια παραστατικότατη εικόνα της όλης εργασίας:
Ο άργυρος, που λαμβανόταν με την κυπέλλωση του αργυρούχου μολύβδου, περιείχε 96-98% άργυρο (μαζί με την ελάχιστη ποσότητα χρυσού -1 έως 3 γρ. σε κάθε κιλό αργύρου – γιατί κι αυτός δεν οξειδώνεται) και 4-2% μόλυβδο, και χαλκό, ενώ η σύνθεση των αργυρών αθηναϊκών νομισμάτων ήταν 98,5-99% και 1,5-1% αντίστοιχα. Δηλαδή σύνθεση που ελέγχεται και καθορίζεται, χωρίς χημική ανάλυση, με την εφαρμογή του φαινομένου της «επανθίσεως» του υδραργύρου, πράγμα που οι Αθηναίοι από την κλασική εποχή φαίνεται να ήξεραν. Γι’ αυτό και διατηρούσαν σε σταθερά υψηλό επίπεδο την καθαριότητα του αργύρου, με την ανακυπέλλωσή του στα νομισματοκοπεία.
Το καμίνι (12) λειτουργούσε με ξυλοκάρβουνο (16) και με φυσερό (15), που χειριζόταν ένας δούλος (17). Μέσα στο καμίνι, από την ειδική θυρίδα (13) εισάγονταν τα κύπελλα (14), με ανάλογο μέταλλο σε ψήγματα στις υποδοχές του (τύπους), 4,35 γρ. σε κάθε υποδοχή για τις δραχμές, τις οποίες έφεραν έγγλυφες στον πυθμένα τους. (Ο άργυρος μεταβαλλόταν σε ψήγματα σε ιδιαίτερο εργαστήρι, με την τήξη του και τη ρίψη του λειωμένου μετάλλου μέσα στο νερό).
Όταν στο καμίνι τήκονταν τα ψήγματα, ο βοηθός (11) έπιανε με την τσιμπίδα (8) ένα κύπελλο και το έφερνε κοντά στη θυρίδα (13), όπου το μέταλλο, παγώνοντας όχι κάτω από 700 βαθμούς Κελσίου, έπαιρνε το σχήμα των υποδοχών – σφαιρικό στην αρχή, δισκοειδές αργότερα – δηλαδή γινόταν όμορφα νομίσματα («διάπυρα σφαιροειδή κέρματα») (3), που ο βοηθός, πιάνοντάς τα ένα ένα με την τσιμπίδα, τα έφερνε στον τεχνίτη (10) και τ’ απέθετε με σβελτάδα επάνω στη σφραγίδα της επιφάνειας της κάτω σφήνας (2), που ήταν στερεά σφηνωμένη στην επιφάνεια του αμονιού (5).
foto4Παράσταση της κοπής αρχαίων νομισμάτων σε Αθηναϊκό νομισματοκοπείο του 5ου ΠΧ αιώνα
Ο τεχνίτης (10) τότε, πλησιάζοντας μ’ επιδεξιότητα επάνω από το βώλο της άνω σφραγίδα, που έφερνε στην κάτω άκρη της ή άνω σφήνα (1), του έδινε μια καλά υπολογισμένη σφυριά, με το ειδικό σφυρί του (4), που είχε γι’ αποτέλεσμα την επιπέδωση του άμορφου κέρματος και την ταυτόχρονη χάραξη στις δυο πλευρές του των αντίστοιχων παραστάσεων των δυο σφραγίδων (άνω και κάτω).
Ο βοηθός τότε, με τη βοήθεια πάντα της τσιμπίδας, έπαιρνε το σχηματισμένο πια νόμισμα και το τοποθετούσε στο διπλανό τραπέζι (9) κι αμέσως ύστερα πήγαινε στο καμίνι κι έπαιρνε άλλο άμορφο κέρμα για την ίδια επεξεργασία. Στο μεταξύ ο τεχνίτης έψυχε τις σφραγίδες, βουτώντας την άνω στο νερό του μεγάλου αγγείου (6) και βρέχοντας την κάτω με το μικρό αγγείο (7), που και τα δυο βρίσκονταν μπροστά του. Ακολουθούσε η επιλογή και το ρετουσάρισμα των νομισμάτων και μετά παραδίδονταν για χρήση.
Στο καμίνι του νομισματοκοπείου συμπληρωνόταν και η κάθαρση του αργύρου, όπως διαπιστώθηκε από τα δυο κύπελλα που βρέθηκαν στη Λαυρεωτική και που η σχετική εξέτασή τους απέδειξε, ότι κατά τη χρήση τους είχαν απορροφήσει αρκετό λιθάργυρο.
 
 

 
V. Τα πλούτη στην Αθήνα και το νομικό καθεστώς των μεταλλείων
Τα μεταλλεία του Λαυρίου, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, απέδωσαν πολύ πλούτο και στο Δημόσιο Ταμείο των Αθηναίων και στους ιδιώτες που τα εκμεταλλεύτηκαν. Έτσι:
Για το Δημόσιο Ταμείο υπολογίσθηκε, ότι στο πρώτο πενηντάχρονο της εντατικής εκμεταλλεύσεώς τους εισέπραττε από ενοίκια 300.000 ως 600.000 δρχ. της εποχής το χρόνο. Στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου βρέθηκαν με 10.000 τάλαντα – δηλαδή 60.000.000 δρχ – που προέρχονταν από την πηγή αυτή και φυλάγονταν στο θησαυροφυλάκιο της Ακροπόλεως. Σε άλλο τόσο πρέπει να υπολογισθεί και το μέταλλο που κυκλοφορούσε την ίδια εποχή, κατά τον καθηγητή Ι. Δοανίδη.
Πολλοί είναι και οι ιδιώτες, που από τα μεταλλεία του Λαυρίου απέκτησαν μεγάλα πλούτη. Ανάμεσά τους αναφέρονται: Ο Καλλίας, που κέρδισε 1.200.000 δρχ. σ’ ένα χρόνο. Ο γιός του Ιππόνικος, που το ετήσιο εισόδημά του από τα μεταλλεία έφθανε στις 36.000 δρχ. Ο στρατηγός Νικίας ο Νικηράτου, που νοίκιαζε 1.000 δούλους στα μεταλλεία και κέρδισε 600.000 δρχ. Ο Επικράτης από την Παλλήνη – στα χρόνια του Λυκούργου (338-326) αυτός – που σε πέντε χρόνια κέρδισε 300 τάλαντα (2.000.000 δρχ) και πολλοί άλλοι. Γιατί όλοι οι Αθηναίοι είχαν καταληφθεί από τον «μεταλλευτικό πυρετό» και η προσοχή τους ήταν στραμμένη στο Λαύριο. Ο Αριστοφάνης στους «Ιππείς» του (362) κ.α. διακωμωδεί αυτή την κατάσταση. Ο Ξενοφών στους «Πόρους» του (1,5) θεωρεί τον άργυρο του Λαυρίου θεϊκό δώρο. Ο Αισχύλος στους «Πέρσες»  του (237-8) βάζει στο στόμα του Αγγέλου να πληροφορεί την Άτοσσα, ότι η Αθηναϊκή Πολιτεία που οι δυνάμεις της στη Σαλαμίνα είχαν κατανικήσει τον γιό της Ξέρξη, είναι ισχυρή γιατί διαθέτει μια πηγή αργύρου (τα μεταλλεία Λαυρίου), που είναι υπόγειος θησαυρός («θησαυρός χθονός»).
Όμως δεν ήταν μόνο ο πλούτος σε άργυρο των μεταλλείων του Λαυρίου, ούτε και η υψηλή τεχνική και οργάνωση της εκμεταλλεύσεώς τους, που έφεραν το παραπάνω, λιτά περιγραφόμενο, οικονομικό αποτέλεσμα. Ήταν και το νομικό καθεστώς, που η Αθηναϊκή Πολιτεία είχεν επιβάλει σ’ αυτά και κάτω από το κλίμα του και την άγρυπνη παρακολούθηση του Κράτους της λειτουργούσαν.
Το νομικό αυτό καθεστώς δεν διασώθηκε δοσμένο αυτούσιο από κάποιον. Οι διάφορες ευκαιριακές πληροφορίες συγγραφέων – φιλοσόφων, ρητόρων, ιστορικών κλπ ακόμη και ποιητών – στάθηκαν κι εδώ οι πηγές, που έδωσαν κι εξακολουθούν να δίνουν στους μελετητές τα στοιχεία για τη σύνθεση της εικόνας του νομικού καθεστώτος, το οποίο επικρατούσε στα μεταλλεία του Λαυρίου. Και είναι αρκετά πλούσια τα στοιχεία αυτά, συνθέτοντας μιαν αρκετά σαφή εικόνα, που δίνει το δικαίωμα για τον εύλογο ισχυρισμό, ότι το νομικό καθεστώς των μεταλλείων του Λαυρίου της κλασικής εποχής όχι μόνο βοήθησε σημαντικά στην τότε παραγωγή αλλά αποτέλεσε και βάση για τα μεταλλευτικά καθεστώτα, που με σχετικές αναπροσαρμογές επικράτησαν στις μετέπειτα εποχές: Αλεξανδρινή, Ρωμαιοκρατία, Βυζαντινή, Τουρκοκρατία και Νοελληνική. Επίσης, πολλά είναι  και τα πέρα από τον ελλαδικό χώρο μεταλλευτικά καθεστώτα, που στηρίχθηκαν στο αρχαιοελληνικό κλασικό μεταλλευτικό Δίκαιο.
Σύμφωνα λοιπόν, με τα μεταλλευτικό καθεστώς της αρχαιοκλασικής Αθήνας:
Α.Τα μεταλλεία του Λαυρίου ήταν κρατικά. Δηλαδή ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα του Δήμου Αθηναίων, που τα μίσθωνε σε ιδιώτες.
Β. Το δικαίωμα ενοικιάσεως μεταλλείων το είχαν όλοι οι ελεύθεροι πολίτες Αθηναίοι κα οι μέτοικοι, που μπορούσαν ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Πολιτείας.
Γ. Η Πολιτεία, ύστερ’ από μια σχετική διαδικασία, παραχωρούσε τις ζητούμενες μεταλλευτικές περιοχές στους ενδιαφερόμενους – που μετά την παραχώρηση προσονομάζονταν «παραχωρησιούχοι» - για να τις εκμεταλλευθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του «μεταλλικού νόμου».
Δ. Τα ενεργά (εν ενεργεία) μεταλλεία – τα «αναξάσιμα μέταλλα» όπως αποκαλούνταν – η Πολιτεία τα μίσθωνε για τρία χρόνια, ενώ τα παρθένα δηλαδή εκείνα που θα λειτουργούσαν για πρώτη φορά – τα «καινά μέταλλα» - για δέκα χρόνια.
Ε. Τα όρια της περιοχής του μεταλλείου προσδιοριζόταν με ακρίβεια κατά την ειδική χαρτογράφηση («διαγραφή») που προηγούνταν από την εκμίσθωση.
Στ. Το νοίκι υπολογιζόταν στο εικοστό τέταρτο των κερδών και φαίνεται πως προσδιοριζόταν κατ’ αποκοπή στην αρχή της εκμισθώσεως για όλη τη διάρκειά της. Καταβαλλόταν σε ετήσιες δόσεις («καταβολαί»). Η πρώτη με την υπογραφή των συμβολαίων και η τελευταία στο τέλος του προτελευταίου έτους. Η καθυστέρηση  της πληρωμής συνεπαγόταν κυρώσεις, που ποίκιλλαν από το διπλασιασμό της οφειλής  ως τη φυλάκιση του ενοικιαστού και την κατάσχεση της περιουσίας του.
Ζ. Η Πολιτεία παρακολουθούσε με μεγάλη αυστηρότητα την εργασία στα μεταλλεία, επιβάλλοντας την τήρηση του ειδικού («μεταλλικού») νόμου, με το ειδικό («μεταλλικό») δικαστήριο. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, τιμωρούνταν αυστηρά: α. Όποιος εξόρυσσε σε απαραχώρητο έδαφος («άγραφον» ή «ανυπόγραφον μέταλλον»), βγαίνοντας από τα όρια που καθορίζονταν στην παραχώρησή του («ο επικατέμνων των μέτρων εκτός»), έστω και υπόγεια, β. Όποιος εξόρυσσε σε παραχώρηση άλλου, γ. Όποιος ενοχλούσε ή διέκοπτε την εργασία του γείτονά του με βίαια μέσα («εάν τις όπλα επιφέρη»), ή με τον καπνό των εξαεριστήρων του («εάν τις υφάψη, εάν τις τύφη»), ή μ’ οποιονδήποτε άλλον τρόπο προσπαθούσε να τον εκδιώξει («εάν τις εξίλλη, δίκη εξούλης»).
Τέλος, και τον τρόπο εξορύξεως καθόριζε η Πολιτεία. Κι αν κανένας παραχωρησιούχος, κινούμενος από πλεονεξία, έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια του μεταλλείου του, εξορύσσοντας και τα στηρίγματά του, που συχνά ήταν μεταλλοφόρα, τότε η τιμωρία του ήταν αυστηρότατη. Έφθανε κι ως την εσχάτη των ποινών, όπως έγινε με τον γνωστό για τα μεγάλα κέρδη του από τα μεταλλεία του Λαυρίου Δίφιλο, που το 330 π.Χ. καταδικάστηκε σε θάνατο απ’ αυτήν την αιτία.
 

Τα «χρυσεία»της Μακεδονίας

Ι. Σημασία και ιστορία
Βασικό ρόλο στην εξελικτική πορεία του αρχαίου Ελληνισμού έπαιξαν και τα μεταλλεία της Μακεδονίας. Ιδιαίτερα της περιοχής που εκτείνεται από τον Αξιό ως το Νέστο, μαζί με τη Θάσο και που σήμερα αποτελεί την  κεντρικοανατολική Μακεδονία.
Η περιοχή αυτή, και προπάντων το παραλιακό τμήμα της μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου, περιλαμβάνοντας και τη Θάσο, είναι η πλουσιότερη του ελλαδικού χώρου σε μέταλλα, καθώς και σε άλλα ορυκτά, όπως είναι το πετρέλαιο της Θάσου, που ανακαλύφθηκε τελευταία και η τύρφη των Φιλίππων. Το σπουδαιότερο μέταλλο, που από πολύ παλιά, από τα προϊστορικά χρόνια, βρέθηκαν εκεί και χρησιμοποιήθηκε από τους κατοίκους του τόπου, είναι ο χρυσός, αυτοφυής και προσχωματικός, ή σε μεταλλεύματα, που περιέχουν μίγματα χρυσού, αργύρου και χαλκού. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς ομιλούν για την μεταλλευτική δραστηριότητα των Φοινίκων και των Αρχαιοελλήνων (Θασίων, Θρακών, Μακεδόνων, Αθηναίων κ.α.) στην περιοχή αυτή. Έτσι:
- Ο Αριστοτέλης στ’ «Ακούσματα» του (832 β, 45) γράφει, πως στην Παιονία, που συμπίπτει με την παραπάνω περιοχή, πολλοί βρίσκανε αυτοφυή («άπυρον») χρυσό σε κομμάτια βάρους πάνω από μια μνα (450 γρ.).
- Ο Ηρόδοτος μιλάει για μεταλλεία χρυσού και αργύρου («χρύσεά τε και αργύρεα μέταλλα») στο Παγγαίο κι επισκέφθηκε τα μεταλλεία της Θάσου.
- Ο Θουκυδίδης ήταν κι ο ίδιος κάτοχος μεταλλείων στη Σκαπτή Ύλη και οι πληροφορίες του γι’ αυτά στηρίζονται και στην προσωπική του πείρα.
- Ο Θεόφραστος στο «Περί λίθων» έργο του κάνει ιδιαίτερο λόγο για τα ίδια χρυσωρυχεία και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, Έλληνες και Λατίνοι, μιλούν γι’ αυτά.
Αλλά και νεώτεροι συγγραφείς (Daviesκ.α.) αναφέρονται στην παραγωγή χρυσού στον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο. Υπολογίζεται ότι από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας, η παραγωγή χρυσού στα Βαλκάνια έφτασε γύρω στα 1.105.000 κιλά χρυσού, από τα οποία τα 300.000 περίπου στην Ελλάδα.
Εξάλλου, το ότι από πολύ παλιά στο Παγγαίο υπήρχε μεγάλη μεταλλευτική δραστηριότης, βγαίνει κι από τη σύνδεσή του με τον Διόνυσο. Ο θρακοφρυγικής προελεύσεως αυτός θεός, κάτω από τις σκληρές συνθήκες εργασίας στα μεταλλεία του Παγγαίου ελληνοποιήθηκε κι έγινε φορέας ελπίδων για μια καλύτερη μεταθανάτια ζωή, με την αναγέννηση. Δεν μπορούμε να καθορίσουμε τον χρόνο ενάρξεως των μεταλλευτικών εργασιών στη μακεδονική γη, γιατί καμιά πληροφορία δεν παρέχει σχετικά στοιχεία. Όμως, για την αρχαιοελληνική περίοδο έχουμε ιστορικά γεγονότα, που την επιβεβαιώνουν. Έτσι:
Ο Πεισίστρατος, τον 6ο π.Χ. αι, χάρη και στα πλούτη, που απέκτησε στα μεταλλεία του Παγγαίου κατά την εξορία του, ανακατέλαβε την εξουσία και στερέωσε την τυραννία του στην Αθήνα. Και ο «δεινός και σοφός» κατά τον Ηρόδοτο (V 24) τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, τον ίδιο αιώνα πολλά από τα πλούτη του – είχε μάλιστα κόψει και χρυσά νομίσματα – τα είχε αποκτήσει από τα χρυσωρυχεία του Μυρκίνου (κοντά στον Στρυμόνα), που του παραχώρησε ο Δαρείος, σαν κυρίαρχος τότε της περιοχής.
Εξάλλου, τα μεταλλεία της περιοχής αυτής στάθηκαν η κυριότερη αιτία για τον αποικισμό των θρακομακεδονικών παραλίων  από Έλληνες του νοτιότερού τους ελλαδικού χώρου. Γι’ αυτά οι Θάσιοι  είχαν εγκαταστήσει αποίκους τους στη Σκαπτή Ύλη κ.α. κατά την αρχαϊκή εποχή. Γι’ αυτά οι Αθηναίοι στην εποχή του Περικλή έκτισαν την Αμφίπολη (στη θέση «Εννέα οδοί» κοντά στον Στρυμόνα), που για μισό αιώνα περίπου την κατέστησαν κέντρο εμπορίου του μακεδονικού χρυσού και αργυρού. Για την κατοχή τους ο Φίλιππος Β’ διεξήγαγε όλους τους αγώνες, που τον βοήθησαν να επεκτείνει το Βασίλειο της Μακεδονίας ως το Νέστο και συνέχεια ύστερα τα κατέστησε τεράστια πηγή οικονομικών δυνάμεων για την επικράτησή του σε όλο τον ελλαδικό χώρο και για την ετοιμασία της εκστρατείας εναντίον των Περσών, που με τόση επιτυχία πραγμάτωσε ο γιός του Μ. Αλέξανδρος.
Ο άφθονος χρυσός της Ανατολής και οι μεγάλοι θησαυροί του Πέρση βασιλιά και των άλλων ηγεμόνων που υπέταξε ο κοσμοκατακτητής συνετέλεσαν σε κάποια ύφεση της μεταλλευτικής δραστηριότητας στα μεταλλεία του Παγγαίου, καθώς και όλης της Μακεδονίας και της Ελλάδος γενικότερα. Όμως, επί Διαδόχων και Επιγόνων ξαναζωήρεψε πάλι, για να κορυφωθεί επί Φιλίππου του Ε’(221-179 π.Χ) για τον οποίο ο Τίτος Λίβιος γράφει (ΧΧΧΙΧ, 24) ότι, όχι μόνο για τα παλιά μεταλλεία φρόντισε και ξαναλειτούργησαν, αλλά και νέα άνοιξε σε πολλές θέσεις. Η εκμετάλλευσή τους συνεχίστηκε κι επί του τελευταίου βασιλιά των Μακεδόνων Περσέα, που τον θησαυρό του άρπαξαν οι Ρωμαίοι και τροφοδότησαν μ’ αυτόν τον κρατικό τους προϋπολογισμό επί 130 χρόνια χωρίς να επιβάλουν νέους φόρους τους πολίτες.
ΙΙ. Λειτουργία και παραγωγή
Ο χρυσός, που έβγαινε από τα μακεδονικά «χρυσεία», ήταν: α) Προσχωματικός από κοίτες ποταμών και ρυακιών, όπως του Στρυμόνα, του Εχεδώρου κ.α. β) Αυτοφυής από διάφορες περιοχές, όπως του Παγγαίου κ.α. και γ) ενωμένος με διάφορα μέταλλα, προπάντων άργυρο και χαλκό, που τα περισσότερα και πλουσιότερα μεταλλεύματά τους βρίσκονταν στα μεταλλεία της περιοχής Παγγαίου και στο νησί Θάσο.
Ο προσχωματικός χρυσός ξεχωριζόταν από τις χρυσοφόρες άμμους με πλύση, που η διαδικασία της ήταν βασικά όμοια με τη σημερινή. Ο αυτοφυής χρυσός εξορυσσόταν με ανοίγματα στοών και πηγαδιών στα σχιστολιθικά πετρώματα, όπου συνήθως απαντά κι ακολουθούσε ο διαχωρισμός του στα πλυντήρια. Για τον ενωμένο με άλλα μέταλλα χρυσό, μετά τη διαδικασία της εξορύξεως και της πλύσεως του μεταλλεύματος, ακολουθούσαν η εκκαμίνευση και η κυπέλλωση για την απόληψή του.
Η τεχνική στην εξόρυξη, την πλύση, την εκκαμίνευση και την κυπέλλωση, ήταν η ίδια που εφαρμοζόταν και στο Λαύριο μ’ ελάχιστες ίσως διαφορές, που δεν την παραλλάζουν αισθητά. Και τούτο γιατί Αθηναίοι εκμεταλλεύονταν και πολλά μεταλλεία στο Παγγαίο, εφαρμόζοντας και σ’ αυτά την τεχνική του Λαυρίου. Εξάλλου, η αθηναϊκή μεταλλευτική τέχνη στο Λαύριο βασιζόταν οπωσδήποτε και σε στοιχεία της τεχνικής που εφαρμοζόταν στα μεταλλεία του Παγγαίου, μια και τα τελευταία λειτουργούσαν από πολύ νωρίτερα με δούλους μεταλλωρύχους, που πολλοί τους προέρχονταν από χώρες της Ανατολής (Φρυγία, Βαβυλωνία κ.α.) όπου η μεταλλευτική είχε σημειώσει αξιόλογες προόδους από τα προϊστορικά χρόνια.
Κι εδώ οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες, συμβάλλοντας με τη σκληρότητά τους στην ελληνοποίηση του θεού Διονύσου, όπως αναφέρεται παραπάνω. Ο Thomson γράφει, πως οι συνθήκες εργασίας στα χρυσορυχεία του Παγγαίου ήταν παρόμοιες μ’ εκείνες που περιγράφει ο Διόδωρος (3, 11) για τα χρυσωρυχεία της Αιγύπτου. Σύμφωνα με την περιγραφή αυτή, στα μεταλλεία εργάζονταν καταδικασμένοι εγκληματίες, αιχμάλωτοι πολέμου και όσοι πέφτανε θύματα κάποιας κατηγορίας ή είχαν φυλακισθεί, επειδή για κάποιον  λόγο είχαν προκαλέσει τη βασιλική οργή. Μέσα στις στενές και σκοτεινές γαλαρίες, με τη βοήθεια λυχναριών και στρεβλώνοντας τα κορμιά τους ανάλογα με το σχήμα του βράχου, ρίχνουν οι μεταλλωρύχοι τα κομμάτια που πελεκάνε, μοχθώντας δίχως ανάσα, κάτω από το βούρδουλα του επιστάτη. Τα μικρά παιδιά κατεβαίνουν στα πηγάδια και μαζεύουν με αφάνταστο κόπο τα κομμάτια αυτά και τα βγάζουν έξω στις εισόδους. Απ’ εκεί τα παίρνουν άντρες και γυναίκες, που πέρασαν τα τριάντα τους, και τα σπάζουν σε πέτρινα γουδιά με σιδερένια γουδοχέρια, κάνοντάς τα μικρά κομματάκια, σαν ρεβίθια. Αυτά έπειτα τα δίνουν σε γέρους και γυναίκες, που τ’ αλέθουν σε χειροκίνητους μύλους, γυρίζοντας τους δυο και τρεις μαζί. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς μήτε λύπη, μήτε ξεκούραση. Οι τιμωρίες τους είναι συχνές και τόσο σκληρές, που ο θάνατος γι’ αυτούς είναι προτιμότερος από τη ζωή.
Χρυσός, κατά πρώτο λόγο, και άργυρος και χαλκός, κατά δεύτερο, ήταν τα κύρια προϊόντα των μεταλλείων του Παγγαίου. Η παραγωγή τους ιδιαίτερα σε χρυσό, υπήρξε πλουσιότατη κατά την αρχαιοελληνική περίοδο, όπως βγαίνει από τα ως τώρα γνωστά στοιχεία. Έτσι:
- Οι Θάσιοι, που ως το 463 π.Χ. είχαν στα χέρια τους το εμπόριο του χρυσού και του αργύρου του Παγγαίου, κατά τον Ηρόδοτο (VI, 46), κέρδιζαν 200  με 300 τάλαντα το χρόνο, από τα οποία 80 από τη Θάσο, 80 από τη Σκαπτή Ύλη και τ’ άλλα από το Παγγαίο.
- Μεγάλα, αλλά άγνωστο πόσο, ήταν και τα κέρδη του Πεισίστρατου και του  Ιστιαίου από τα ίδια μεταλλεία τον 6ο π.Χ. αι.
- Επίσης, και ο Θουκυδίδης τον 5ο π.Χ. αι. είχε γίνει πολύ πλούσιος από τα μεταλλεία της γυναίκας του στη Σκαπτή  Ύλη.
- Ο Αριστοτέλης στα «Ακούσματά» του (832 β, 42) αναφέρει, ότι στην περιοχή αυτή υπήρχε χρυσοφόρα («χρυσίτις») άμμος, καθώς και χρυσοφόρο χώμα («αχώνευτος γη, η το χρυσίον εκβάλλουσα»), απ’ όπου με τα πλυντήρια («χρυσοπλύσια») έβγαζαν τον χρυσό, με λίγες σχετικά δαπάνες.
- Τα μεταλλεία αυτά για πολλούς αιώνες τα εκμεταλλεύονταν Θράκες και Θάσιοι αποκομίζοντας πολλά πλούτη, ώσπου τελικά, τον 4ο αι., τα κατάντησαν φτωχά και ασήμαντα («λιτά και άδοξα»).
Όμως, ο Φίλιππος Β΄, μόλις τα περιέλαβε στην κατοχή του (357 π.Χ.), οργάνωσε κατά τρόπο θαυμαστό τα μεταλλεία του Παγγαίου. Κάνοντας κέντρο μεταλλευτικής δραστηριότητος τις Κρηνίδες, που τις μετονόμασε Φίλιππους, πλούτισε την περιοχή με πολλά έργα μεταλλευτικά κι  εγγειοβελτιωτικά, κι ανακάλυψε και νέα μεταλλεία , φτάνοντας, κατά το Διόδωρο (XVI), την ετήσια παραγωγή χρυσού στα 1.000 τάλαντα! Βελτίωσε μάλιστα και την καθαρότητα του χρυσού κατά δύο περίπου καράτια, πράγμα που σημαίνει κι αντίστοιχες βελτιώσεις στις μεθόδους και στα μέσα απολήψεως των μετάλλων από τα μεταλλεύματά τους. Πλούσια σε άργυρο, όπως λεν αρχαίες πηγές, ήταν και τα μεταλλεία του Δύσωρου και της Δοϊράνης. Από τα τελευταία ο Φίλιππος είχε έσοδο ένα τάλαντο περίπου την ημέρα.
Εξάλλου, ο πλούτος που απεκόμισε ο Φίλιππος Β’ από τα μακεδονικά «χρυσεία», φαίνεται κι από τον οικονομικό πόλεμο που διεξήγαγε, χτυπώντας νικηφόρα με τους φιλιππικούς («φιλίππειοι») στατήρες του, τόσο τους «δαρεικούς» του Πέρση μονάρχη, όσο και τις αργυρές δραχμές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, νομίσματα που και τα δυο κυριαρχούσαν στην τότε διεθνή αγορά. Επίσης, με τα πλούτη από τα μεταλλεία του ο Φίλιππος, ακολουθώντας τον δελφικό προς αυτόν χρησμό επικράτησε στον ελλαδικό χώρο - αναγνωρίστηκε αρχιστράτηγος των Ελλήνων- περισσότερο με την εξαγορά συνειδήσεων και λιγότερο με τα όπλα, κι ετοιμάστηκε, ναυπηγώντας κοντά στ’ άλλα και ισχυρό στόλο, για την εναντίον του Μεγάλου Βασιλιά εκστρατεία.
Η νικηφόρα προέλαση του Μ. Αλεξάνδρου στην Περσική Αυτοκρατορία και στις άλλες χώρες της Ανατολής έφερε στην κυριότητα του αμύθητους θησαυρούς σε χρυσό και άλλα πολύτιμα μέταλλα. Μόνο από τις κρύπτες του Μεγάλου Βασιλιά στα Εκβάτανα απεκόμισε 180.000 τάλαντα, δηλαδή 972.000.000 χρυσές δρχ.! Αυτοί οι θησαυροί έκαναν τα χρυσωρυχεία του Παγγαίου - και όλα τ’ άλλα του ελλαδικού χώρου - ελάχιστα κερδοφόρα, αν όχι κι ασύμφορα, με συνέπεια, όπως ήδη αναφέρθηκε, να γνωρίσει παρακμή για ένα περίπου αιώνα η εκμετάλλευσή τους. Έπειτα ζωήρεψε και πάλι και κορυφώθηκε με το Φίλιππο Ε΄, που κι αυτού οι γερά ετοιμασμένοι και τόσο ελπιδοφόροι πόλεμοι εναντίον των Ρωμαίων στηρίχθηκαν στα μεγάλα έσοδα από τα μακεδονικά μεταλλεία.
Η λειτουργία, λοιπόν, των μακεδονικών «χρυσείων» κατά την αρχαιοελληνική περίοδο είχε φθάσει σε υψηλό επίπεδο τεχνικής και η παραγωγή τους, αν και ακαθόριστη λόγω ελλείψεως στοιχείων, ήταν πολύ μεγάλη.

Εμπόριο και αρχαιοελληνική μεταλλεία

Η μεταλλεία κατά την αρχαιοελληνική περίοδο αποτελεί συνέχεια εκείνης που είχε αναπτυχθεί κατά τις προηγούμενες περιόδους, προϊστορική και πρωτοϊστορική. Και, όπως είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια, η μεταλλεία εκείνη είχε σημειώσει τα πρώτα της μεγάλα εξελικτικά βήματα στην Ανατολή, από την Άπω ως την Πρόσω, απ’ όπου οι Προέλληνες και οι Πρωτοέλληνες πήραν τις πρώτες μεταλλευτικές γνώσεις με το εμπόριο, που διεξήγαν ανταλλάσσοντας τα προϊόντα τους (κεραμικά, γλυπτά, υφαντά, λάδια, κρασιά κ.α.) με προϊόντα των λαών, που κατοικούσαν στα παράλια της Α. Μεσογείου και του Ευξείνου.
Το εμπόριο αυτό κατά την αρχαϊκή εποχή, χάρη στη μεγάλη επίδοση τους στο θαλασσινό αγώνα, οι Αρχαιοέλληνες- μ’ επικεφαλής τους Ίωνες και τους Αιολείς της Μικράς Ασίας (Μιλησίους, Εφεσίους, Φωκαείς, Χίους, Σαμίους, Λεσβίους κλπ.) τους Ροδίους, τους Ευβοείς (Ερετριείς, Χαλκιδείς), τους Ναξίους Αθηναίους, Αιγινήτες, Μεγαρείς και Κορινθίους- το επεξέτειναν σε όλα σχεδόν τα παράλια του Εύξεινου και της Μεσογείου, ιδρύοντας παντού για την εξυπηρέτηση του εμπορεία και αποικίες. Ακόμη και περ’ από τη Μεσόγειο προς τη Δύση (Μάγχη και Βαλτική) είχαν επεκτείνει οι Αρχαιοέλληνες το ναυτεμπόριό τους. Και κύρια αποστολή του είχαν τάξει την προμήθεια μετάλλων και μεταλλευμάτων, που κατόπιν τα επεξεργάζονταν στους τόπους τους και τα επανεξήγαν μορφοποιημένα σε λογής αντικείμενα χρήσεως, όπως κοσμήματα, εργαλεία, όπλα κ.α.
Άλλα και μεταλλευτική (εξορυκτική) δραστηριότητα είχαν αναπτύξει οι Αρχαιοέλληνες στις περιοχές των αποικιών τους, όπου ανακάλυπταν σχετικά κοιτάσματα, όπως π.χ. στη Σικελία, στην Κάτω Ιταλία, σε πολλές περιοχές του Πόντου κ.α.
Όμως, κατά κανόνα τα μέταλλα τα προμηθεύονταν με το εμπόριο. Έτσι:
- Οι Κορίνθιοι από τα τέλη του 9ου π.Χ. αι. είχαν ιδρύσει στην Ιθάκη μια μικρή αποικία, που τη χρησιμοποιούσαν, σαν βάση, για το προς το Ιόνιο εμπόριο τους, με το οποίο προμηθεύονταν και μέταλλα από την Ιλλυρία και την Ιταλία (Ετρουρία). Στην τελευταία έφθασαν από τα μέσα του 8ου αι., έπειτ’ από τους Ευβοείς, όπως φαίνεται από τα κορινθιακά αγγεία αυτού  του  αιώνα, που βρέθηκαν εκεί.
- Οι Ευβοείς, που εγκαταστάθηκαν στις Πιθηκούσσες από το 770 ως το 760 π.Χ. πλούτισαν από την ευφορία του ηφαιστιογενούς εδάφους τους, από την εκμετάλλευση των χρυσωρυχείων του κι από το εμπόριο. Αλλά και στην Ανατολή οι Ευβοείς έμποροι είχαν εγκαταστήσει από τον 8ο αι. εμπορικά πρακτορεία στην Αλ Μίνα (εκβολές του Ορόντη) και στην Ταρσό, όπου συγκεντρώνονταν, στην πρώτη τα μέταλλα και τα εργαστηριακά προϊόντα του Λουριστάν (Βορειοδυτική Περσία), της Συρίας και της Αρμενίας, και τη δεύτερη τα μέταλλα του Αντίταυρου.
- Οι Σάμιοι από το 650 π.Χ. παρουσιάζονται να διανέμουν στην υπόλοιπη Ιωνία σίδηρο και χαλκό, που προμηθεύονταν από την Κύπρο και τα λιμάνια της Κιλικίας και της Συρίας. Το 638 π.Χ. ένα πλοίο τους, που έπλεε από τη Λιβύη στην Αίγυπτο, παρασύρθηκε από τον άνεμο κι έφθασε ως την Ταρτησσό της νοτιοδυτικής Ισπανίας, απ’ όπου επέστρεψε με φορτίο αργύρου, που επέφερε κέρδος 60 τάλαντα.
- Οι Μιλήσιοι, που είχαν προηγηθεί στον αποικισμό του Ευξείνου Πόντου είχαν κτίσει στα παράλιά του, ανάμεσα στις άλλες αποικίες, τη Σινώπη και την Τραπεζούντα στις μικρασιατικές ακτές και τη Φάση στις κολχικές. Από τις δυο πρώτες περνούσε το σιδηρομετάλλευμα και ο χάλυβας, που προέρχονταν από την Αρμενία και κατευθύνονταν στο Αιγαίο, ενώ η Τρίτη εκμεταλλευόταν και δικά της αργυρωρυχεία.
- Οι Φωκαείς άποικοι της Μασσαλίας είχαν πλουτίσει από το εμπόριο των μετάλλων, προπάντων του κασσιτέρου, για την προμήθεια του οποίου, όπως και άλλοι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδος, έφταναν ως τις Οιστρυμνίδες νήσους (Σίλλυ), στ’ ανοιχτά της Βρετάννης, στη χερσόνησο Κορνουάλη και στην Ίκτη (πιθανόν η νήσος Ουάιτ), που οι αρχαίοι τις ονόμαζαν όλες μαζί Κασσιτερίδες Νήσους. Με το ναυτεμπόριο, επίσης έφθαναν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες αργύρου και χρυσού από την Ισπανία.
Οι χώρες της Ανατολής εξακολούθησαν και κατά την αρχαιοελληνική περίοδο να προμηθεύουν στην ελληνική αγορά τα περισσότερα μέταλλα για τις ανάγκες της μεταλλοτεχνίας της. Στις αποικίες και τα εμπορεία, που είχαν εγκαθιδρυθεί στα πιο εμπορικά σημεία των παραλίων, από την Κολχίδα ως την Κυρηναϊκή, συγκεντρώνονταν μέταλλα, ακόμη κι από τα βάση της Ασίας, κι απ’ εκεί μεταφέρονταν με τα καράβια στη μητροπολιτική Ελλάδα.
Από τις αποικίες του Ευξείνου έφθαναν στην Ελλάδα χρυσός από την Κολχική κι άργυρος από την Κριμαία. Ακόμη κι από τα Ουράλια, τα Αλτάια και τη νότια Σιβηρία συγκεντρωνόταν εκεί χρυσός, όπως συμπεραίνεται από διάφορα αντικείμενα της αρχαιοελληνικής τέχνης (γλυπτά και κεραμικά), που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία των εμπορικών δρόμων, οι οποίοι συνέδεαν τις περιοχές αυτές με τα λιμάνια του Ευξείνου.
Τα πλούσια μεταλλεία της Μικράς Ασίας τα εκμεταλλεύτηκαν εντατικότερα κατά την περίοδο αυτή και μεγάλο μέρος της παραγωγής τους συγκεντρωνόταν στις ελληνικές αποικίες, που είχαν ιδρυθεί και τις τρεις παραθαλάσσιες πλευρές της – προπάντων στη Μίλητο – κι απ’ εκεί έπαιρναν τους εμπορικούς θαλασσινούς δρόμους, που εξυπηρετούνταν από το ελληνικό ναυτεμπόριο. Ο σίδηρος και τ’ άλλα μέταλλα (άργυρος, μόλυβδος και χρυσός) της χώρας των Χαλύβων, ο άργυρος των Αστύρων (κοντά στην Άβυδο) της Κιλικίας και του Ταύρου, και το κιννάβαρι της Εφέσου, που ο Θεόφραστος το θεωρεί ανωτέρας ποιότητος, χρησιμοποιούνταν σε μεγάλες ποσότητες από τις αρχαιοελληνικές βιοτεχνίες μετάλλων.
Η Κύπρος εξακολούθησε και κατά τους αρχαιοελληνικούς χρόνους να τροφοδοτεί την ελληνική μεταλλοτεχνία με χαλκό. Και στ’ απέναντί της προς την ανατολή λιμάνια της Μέσης Ανατολής συγκεντρώνονταν μέταλλα της ασιατικής ενδοχώρας, ακόμη κι από τις Ινδίες (χρυσός, σίδηρος κ.α.) που μεγάλες ποσότητές τους εμπορεύονταν οι Έλληνες. Επίσης και μέταλλα (χρυσός κ.α) της Αφρικής έφθαναν στην Ελλάδα από τη Ναύκρατη και την Κυρήνη. Κι όταν κατά την ελληνιστική εποχή οι Πτολεμαίοι έκαναν την Αλεξάνδρεια μεγάλο ναυτεμπορικό κέντρο – το μεγαλύτερο του κόσμου τότε – πολλά μέταλλα της Ανατολής συγκεντρώνονταν σ’ αυτήν κι ένα σεβαστό μέρος τους έπαιρνε το δρόμο προς την Ελλάδα.
Με λίγα λόγια, το εμπόριο, εσωτερικό κι εξωτερικό, διενεργούμενο τότε, σχεδόν στο σύνολό του, με καράβια, δηλαδή το αρχαιοελληνικό ναυτεμπόριο στάθηκε για τη σύγχρονή του ελληνική μεταλλοτεχνία ο κυριότερος προμηθευτής της με πρώτες ύλες, ρόλος που το κατέστησε βασικό παράγοντα του οικονομικού βίου και των πολιτισμικών επιτευγμάτων των αρχαίων Ελλήνων.