Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Ψευδο-μακεδονικότητα και ελληνικό Βυζάντιο

Αδικοχαμένο άραγε, μόλις έναν αιώνα μετά, τό χυμένο αίμα όλων των Μακεδονομάχων;
Από τον
Δημήτριο Δ. Τριανταφυλλόπουλο *
Τά δεινά τῆς αποφράδας 17ης Ιουνίου 2017, πού καταφέρθηκε τό μεγάλο πλῆγμα κατά τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας στίς Πρέσπες, δέν θά ἀργήσουμε νά τά δούμε
 - ἄς κρώζουν πρός τό παρόν ἀνεύθυνα οἱ «ὑπεύθυνοι»! Τεράστια ἐπιστημονικά καί ἐθνικά προβλήματα ἔχουν ἤδη ἀναδυθεῖ μέ τήν ἀναγνώριση γλώσσας καί ἐθνικότητας τῶν Σκοπιανῶν ὠς Βορειο-Μακεδόνων - στη γλώσσα τής καθημερινότητας και της τραγικής αλήθειας, απλώς Μακεδόνων! Περιορίζομαι στήν κατάσταση ἀπό τήν ἄποψη τῆς βυζαντινῆς πραγματικότητας.

Οἰ δύο μεγαλύτεροι αὐτοκράτορες τοῦ ὑπερχιλιετοῦς Βυζαντίου, ὁ θεμελιωτής του Μέγας Κωνσταντῖνος (βασιλεία 306/324-337) καί ὁ Ἰουστινιανός (βασιλεία 527-565), γεννήθηκαν στίς περιοχές αὐτές (Ναϊσσός/Νίς καί Ταυρήσιο Σκοπίων, ἀντίστοιχα) πολύ προτοῦ διεισδύσουν ἐδῶ οἱ Σλάβοι ἀπό τά τέλη τοῦ 6ου αἰ. Αὐτοί οἱ Ρωμαῖοι/Ρωμιοί ἐνδυναμώνουν ἀποφασιστικά τήν ἑλληνική σφραγίδα στή νεοπαγή χριστιανική αὐτοκρατορία.

Στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰ. (1018), μέ τή νικηφόρο λήξη τῶν ἐκστρατειῶν κατά τῶν Βουλγάρων ἀπό τόν αὐτοκράτορα Βασίλειο Β΄, τόν ένδοξότερο αὐτοκράτορα τῆς «μακεδονικῆς δυναστείας» (867-1056), ἀναδιοργανώθηκε ἡ ἐκκλησιαστική διοίκηση τῆς περιοχῆς μέ κέντρο τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος, μέ ἀπευθείας ἐξάρτηση ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Διόλου συμπτωματικά, σημειώνεται τώρα καλλιτεχνική ἂνθηση στήν περιοχή (λ.χ. Μητροπολιτικός Ναός Ἁγ. Σοφίας Ἀχρίδος - καθόλου τυχαῖο τό ὄνομα τοῦ ναοῦ!) μέ Ἕλληνες καλλιτέχνες ἐν μέσῳ ἀνάμεικτου πληθυσμοῦ. Ἐφεξῆς εἶναι διαρκής ἡ ἑλληνική παρουσία, ὅπου μαθητεύουν καί ντόπιοι καλλιτέχνες μέ ὕφος πού ἀπομακρύνεται σταδιακά ἀπό τή subtilitas Graecorum.

Ἡ κατάσταση γίνεται πιό σύνθετη μετά τήν κατάλυση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπό τούς Σταυροφόρους (1204), τούς ἀνταγωνισμούς τῶν αὐτόνομων κρατιδίων, τήν κεντρική θέση πού καταλαμβάνει στά πολιτιστικά πράγματα ἀπό τά τέλη τοῦ 13ου αἰ. τό Ἅγιον Ὄρος, τήν περιστασιακή ἐπέκταση τῶν Σέρβων σέ ἀμιγῶς ἑλληνικά ἐδάφη καί τήν ἐγκατάστασή τους στόν ἱερό Ἄθωνα. Τότε κυριαρχεῖ στόν ναό τοῦ Πρωτάτου (1280/1283) στίς Καρυές, κέντρο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλά καί στή Θεσσαλονίκη ἡ μεγάλη μορφή τοῦ ζωγράφου Μανουήλ Πανσέληνου, πού κοντά του ἀσφαλῶς ἀνδρώθηκαν καί ἄλλοι τεχνίτες, ἐπώνυμοι ἤ ἀνώνυμοι. Ἡ ξυνωρίδα Μιχαήλ καί Εὐτυχίου τῶν Ἀστραπάδων, Ἑλλήνων ζωγράφων πού πρωτοστάτησαν στήν ἁγιογράφηση τοῦ ναοῦ τῆς Περιβλέπτου (σήμερα Ἁγ. Κλήμεντος) στήν Ἀχρίδα (1285) καί ἀργότερα στή Σερβία τουλάχιστον σέ ἄλλους τρεῖς ναούς, ἔχει συνδεθεῖ ἀπό παλαιότερα μέ τό ὄνομα τοῦ Πανσέληνου, πράγμα πού πιθανόν ἐπιβεβαιώνεται ἀπό πρόσφατη ἔρευνα στό Πρωτάτο! Αὐτή ἡ περίπλοκη ζωγραφική σχέση, πού παλαιότερα συνηθιζόταν νά ἀποκαλεῖται «Μακεδονική Σχολή Ζωγραφικῆς» καί σήμερα φέρεται ὡς «ỏγκηρό ύφος» (volume style), ἀποδεικνύει ὅτι οί ρίζες τῆς παλαιολόγειας ζωγραφικῆς στήν παλαιά Σερβία -συνεπῶς καί στήν περιοχή τοῦ κρατιδίου τῶν Σκοπίων- ἀνάγονται στό Ἅγιον Ὄρος, στή Θεσσαλονίκη καί στούς ἐκεῖ Ἕλληνες ζωγράφους.

Ἡ γένεση τοῦ ρωσικοῦ πανσλαβισμοῦ καί οἱ ἐθνικισμοί τόν 19ο αἰ., πού προσπάθησε νά καταπολεμήσει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐπηρέασαν τή σκέψη τῶν ἀρχαιολόγων/ἱστορικῶν τῆς τέχνης μέ διαφόρους τρόπους, ὠθώντας ἀκόμη καί σέ παραχάραξη ἐπιγραφῶν, προκειμένου νά καταδειχθεῖ ἡ «σλαβικότητα» -ἤ, κατά τήν ἀ-νόητη πρόσφατη παραχώρηση, ἡ «βορειο-μακεδονικότητα»!- τῶν ἔργων πού βρίσκονται στή βάση τῆς πολιτιστικῆς τους κληρονομίας. Διεκδίκησαν ἔμμεσα ἀκόμη καί τήν πατρότητα τῆς «Μακεδονικής Σχολής» -ἤ μήπως τῆς «Νοτιο-μακεδονικῆς σχολῆς» κατά τούς σημερινούς ταγούς μας;-, ὑπερτονίζοντας ὁρισμένα χαρακτηριστικά καί ἀποσιωπώντας ἄλλα. Ἐμφανίζονται κατά καιρούς μελέτες γιά τούς Ἀστραπάδες στό σκοπιανό ἰδίωμα, ὄπως τό 1967, μέ ὑπόρρητη ἐπιδίωξη τόν πλάγιο σφετερισμό τῆς καταγωγῆς των ἤ καί τήν ὑπονόμευση τῆς σχέσης τους μέ τόν Πανσέληνο. Τόν ἴδιο χρόνο, θυμίζω, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῶν Σκοπίων γίνεται σχισματική καί προστρέχει στό Βατικανό. Πλευρές σημαντικές αὐτοῦ τοῦ θρησκευτικο-πολιτικοῦ ἐθνικισμοῦ θίγονται στή μελέτη τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ Κων/νου Καλοκύρη «Προέλευσις τῶν βυζαντινῶν μνημείων τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου τῆς Μακεδονίας, τῆς Σερβίας καί τῆς Βουλγαρίας. Συμβολή τῆς τέχνης εἰς τήν ἀλήθειαν», Θεσσαλονίκη 1970, πού λόγῳ τῆς δυσμενοῦς χρονικῆς συγκυρίας δέν προσέχτηκε ὅσο θά ἔπρεπε ἀπό τούς Ἕλληνες συναδέλφους. Εἶχε προηγηθεῖ παρεμφερής μελέτη τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ Ἄγγελου Προκοπίου «Τό μακεδονικό ζήτημα στή βυζαντινή ζωγραφική», Ἀθήνα 1962· πολλές ἄλλες ἐργασίες τῶν ἀειμνήστων Ἀνδρέα Ξυγγόπουλου, Μανόλη Χατζηδάκη, Μαρίας Σωτηρίου ἀλλά καί ξένων, μεταξύ ἄλλων καί σοβαρῶν Σέρβων ἐπιστημόνων, ἀποκατέστησαν τά πράγματα. Με τήν τωρινή, ὕποπτη σύγχυση περί τόν ὅρο «Μακεδονία» δέν κινδυνεύουμε νά ἐπανέλθουμε σέ σωβινιστικές κραυγές Σκοπιανῶν ἤ ὁμοεθνών τους καί σέ σκόπιμη ἀλλοίωση ἐπιστημονικῶν ὅρων διεθνῶς καθιερωμένων;

Τό ἔδαφος αὐτό καθεαυτό δέν συγκροτεῖ ἐθνότητα· οί λαοί ἀποτυπώνουν τή σφραγίδα τους ἐπί συγκεκριμένου χώρου, καθιστώντας τον στοιχεῖο ταυτότητας. Ἕως τά τέλη τοῦ 6ου αἰ. μ.Χ. τό σημερινό ἔδαφος τοῦ κράτους τῶν Σκοπίων τό κατεῖχαν Ἕλληνες κυρίως, ὄχι Σλάβοι. Μπορεῖ νά... «κληρονομηθεῖ» ἡ εθνικότητα μέ ad hoc ἀλυτρωτισμούς καί ἐθνικισμούς; Ποιός δίνει τήν ἐξουσία σέ ὁποιονδήποτε ἡγέτη νά... «χαρίζει» γλώσσα καί ἐθνικότητα σέ ἄλλον λαό; Οἰ σχέσεις καλῆς γειτονίας δέν ἐξοστρακίζουν τήν ἱστορία, διότι τότε εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ λαοί νά ξαναγνωρίσουν μίση, δόλιους πολέμους, ἀγριότητες ἀνήκουστες! Ἠ ἱστορία καί ὁ πολιτισμός εἶναι γιά νά συμφιλιώνουν τούς ἀνθρώπους, ὄχι νά τούς χωρίζουν μέσῳ τῆς πλαστογράφησης τῆς ἀλήθειας!

Ἀδικοχαμένο ἄραγε, μόλις ἕναν αἰώνα μετά, τό χυμένο αἷμα τοῦ Παύλου Μελᾶ, τοῦ Τέλλου Ἄγρα, ὅλων τῶν Μακεδονομάχων;
*τ. καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας
Πανεπιστημίου Κύπρου
http://www.dimokratianews.gr/content/87844/pseydo-makedonikotita-kai-elliniko-vyzantio