Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Οι μεγάλες δυνάμεις κλείνουν το μάτι στην Τουρκία και φρενάρουν Ελλάδα και Κύπρο

 
Αν σήμερα δεν υπάρξει αποφασιστική αντίδραση, αύριο θα έχουμε τουρκική κατοχή στη θάλασσα
Στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν υπάρχουν διαφορές με την Τουρκία. Υπάρχει η τουρκική παραβατικότητα και ο τουρκικός επεκτατισμός.
Εάν η Αθήνα και η Λευκωσία δεν καταφέρουν, έστω και την ύστατη στιγμή, να διαμορφώσουν μια κοινή στρατηγική, στη βάση αυτής της πραγματικότητας και με πρωταρχική επιδίωξη να παραμείνουν ανυποχώρητες στην υπεράσπιση του δικαίου τους, τότε, αργά ή γρήγορα, η διεθνής κοινότητα (ΟΗΕ, ΕΕ, συμμαχικές χώρες) θα επιδιώξει -όπως συνηθίζεται- να κρατήσει ίσες (επικίνδυνες) αποστάσεις, προωθώντας τη λογική των συμβιβασμών, των συζητήσεων για τις «διαφορές» και των αμοιβαίων υποχωρήσεων.
  • Η χλιαρή έως τώρα αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ποντιοπιλατική στάση των Ηνωμένων Εθνών είναι σοβαρά δείγματα γραφής για το πώς αντιμετωπίζουν τις παράνομες μεθοδεύσεις της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει να δημιουργήσει τετελεσμένα στη θάλασσα σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.
Η τουρκική εισβολή στην Ανατολική Μεσόγειο αφορά και άλλες χώρες της περιοχής, όπως το Ισραήλ και την Αίγυπτο, οι οποίες έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας στα ενεργειακά ζητήματα με την Ελλάδα και την Κύπρο. Επίσης, αφορά και τα κράτη των οποίων εταιρείες έχουν συμβόλαια για την αξιοποίηση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων εντός της οριοθετημένης κυπριακής ΑΟΖ.
Την κύρια ευθύνη όμως για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας έχουν τα Ηνωμένα Έθνη. Είναι απαράδεκτο ο Γενικός Γραμματέας του διεθνούς Οργανισμού να υποβαθμίζει τις τουρκικές προκλήσεις και να εκφράζει μόνο «ανησυχία για τις εξελίξεις», χωρίς καν να αναφέρεται στην Τουρκία, λες και οι πειρατές στην Ανατολική Μεσόγειο είναι αόρατοι.
Έτσι γίνεται για 45 χρόνια και στο Κυπριακό, με αποτέλεσμα τα Ηνωμένα Έθνη να εξισώνουν το θύτη με το θύμα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τουρκική στρατιωτική κατοχή και ο συστηματικός εποικισμός που αποτελεί έγκλημα πολέμου.
  • Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ
Τις τελευταίες δεκαετίες, η έμφαση δίνεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η Γενική Συνέλευση είναι σαν να μην υπάρχει πλέον στο θέμα της Κύπρου. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η ετήσια ομιλία του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο έναρξης των εργασιών της ΓΣ, κάθε Σεπτέμβριο.
Το γεγονός όμως ότι το Κυπριακό «παραμένει εκτός» Γενικής Συνέλευσης φαίνεται ότι συμβάλλει στην αποδυνάμωση του ρόλου του διεθνούς παράγοντα και κυρίως επηρεάζει αρνητικά τις θέσεις της Γραμματείας του ΟΗΕ.
  • Όπως είναι γνωστό, οι αποφάσεις του ΣΑ καθορίζονται από τα πέντε μόνιμα μέλη λόγω του δικαιώματος αρνησικυρίας. Και για το ζήτημα της Κύπρου, τον πρώτο λόγο έχει συνήθως η Βρετανία. Γι’ αυτό, ανέκαθεν ετοιμάζει τα προσχέδια ψηφίσματος για την ΟΥΝΦΙΚΥΠ και για την αποστολή των καλών υπηρεσιών του ΓΓ.
Κάθε απόφαση του ΣΑ έχει ως βασικό υπόβαθρο, κατά κύριο λόγο, την προάσπιση των βρετανικών συμφερόντων. Και η πολιτική των «ίσων αποστάσεων» τους βολεύει γιατί συντηρεί τη διαίρεση, είτε χωρίς λύση είτε με λύση που δεν θα οδηγεί στη δημιουργία ενός κανονικού και ακηδεμόνευτου κράτους.
Δεν είναι μόνο η Τουρκία που επιδιώκει να ελέγχει την Κύπρο, αλλά είναι και η Βρετανία. Απλά διαφέρουν στη μεθόδευση και στον τρόπο που θέλουν να συνεχίσουν να έχουν παρουσία στο νησί. Στην ουσία συμπεριφέρονται με την ίδια αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική αντίληψη.
Την πολιτική των «ίσων αποστάσεων» υιοθέτησε εδώ και χρόνια η Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών, η οποία δεν διαμεσολαβεί για την εφαρμογή του Καταστατικού Χάρτη του διεθνούς Οργανισμού. Αντίθετα, συμπορεύεται σε μεγάλο βαθμό με τις βρετανικές και τουρκικές αντιλήψεις.
  • Με βάση λοιπόν αυτά τα δεδομένα, η κάθε προσπάθεια για επίλυση του Κυπριακού έχει ένα αρνητικό ορόσημο επειδή δεν τίθεται ως βασική επιδίωξη η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, δηλαδή η διασφάλιση της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Επομένως, μήπως έφτασε η ώρα να εξεταστεί από τη Λευκωσία και την Αθήνα η «επανεμφάνιση» του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση, καθώς και για να διεξαχθεί συζήτηση για τις τουρκικές προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο;
Βέβαια, για να προχωρήσει ένας τέτοιος σχεδιασμός χρειάζεται να προηγηθεί μια καλά οργανωμένη προσπάθεια και συγκροτημένη στρατηγική ώστε να συνδυαστεί με άλλες πολιτικές και διπλωματικές ενέργειες.
Ένα ισχυρό ψήφισμα της ΓΣ, για παράδειγμα, μπορεί να μην έχει άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε όμως να χρησιμεύσει ως «μοχλός πίεσης» προς τη Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ, αλλά και προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ώστε να «πιεστούν» για να καταγράφουν την κατάσταση με περισσότερες αλήθειες και όχι να εξισώνουν το θύμα με το θύτη.
Η όλη εικόνα που εκπέμπει σήμερα η Τουρκία (με τις αντιδημοκρατικές και ισλαμοφασιστικές πρακτικές στο εσωτερικό της και με τις επιθετικές κινήσεις σε βάρος γειτονικών κρατών της, καθώς και με την κρίση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Αίγυπτο) φαίνεται ότι ευνοεί μια τέτοια συζήτηση στη Γενική Συνέλευση.
  • Άλλωστε, τέτοιες ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται συχνά. Αν κάποια στιγμή, η Ουάσινγκτον τα ξαναβρεί με την Άγκυρα, μια συζήτηση στη ΓΣ του ΟΗΕ ενδεχομένως να έχει αρνητικά, παρά θετικά αποτελέσματα. Και όπως έχει τονισθεί επανειλημμένα, δεν είναι εύκολη υπόθεση η διαχείριση του τουρκικού επεκτατισμού -ειδικά όταν επιλέγεις την ειρήνη-, γιατί στη διεθνή σκηνή προέχουν τα συμφέροντα και όχι το διεθνές δίκαιο και η νομιμότητα.
Αλλά, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αντιδράσουν σήμερα, αποφασιστικά και συντονισμένα, μπροστά στη μεθοδευμένη επιδίωξη της Τουρκίας να δημιουργήσει τετελεσμένα, αύριο θα είναι πολύ αργά και θα έχουμε τουρκική κατοχή και στη θάλασσα.