Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Οι παραλάσεις Ελληνικότατη συνήθεια του Μεγαλου Αλεξάνδρου

Κάποιους ἐνοχλεῖ ὁ θεσμός τῶν παρελάσεων, τόσο κατὰ τὶς δύο μεγάλες πανελλήνιες, ὅσο καὶ κατὰ τὶς τοπικές ἐθνικές μας ἐπετείους.Γιὰ τὴν πλειοψηφία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν τίθεται τέτοιο θέμα,
τὸ αἴτημα ἀπαγορεύσεως τῶν παρελάσεων προέρχεται ἀπὸ ἐλάχιστα ἄτομα.
Εὐάγγελου Στ. Πονηροῦ
Δρ Θ., Μ.Φ
 

Ὅμως καὶ σ΄ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὅπως καὶ σὲ πλεῖστες ὅσες ἄλλες στὴ χώρα μας, ἐφαρμόζεται ἡ πασίγνωστη τακτική: «φωνάζουμε πολύ, γιὰ νὰ φαινόμαστε πολλοί».
Τὰ ἐπιχειρήματα τῶν συμπαθῶν αὐτῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι σοβαρά. Ἡ διεξαγωγὴ τῶν παρελάσεων δὲν στοιχίζει ἀκριβά. Δὲν δημιουργοῦν κανένα ἰδιαίτερο πρόβλημα. Μᾶς θυμίζουν τὴν ἱστορία μας, μᾶς διδάσκουν, μᾶς τονώνουν τὸ ἠθικό μας, μᾶς δίνουν θάρρος γιὰ νέους ἀγῶνες, ἐὰν τυχόν ἀπειληθῆ ἡ ἐλευθερία μας, ἀποτελοῦν τιμὴ γιὰ τοὺς προγόνους μας οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν, θυσιάσθηκαν καὶ μᾶς χάρισαν τὴν ἐλευθερία.
Ἀκούσαμε καὶ τὸ ἀνιστόρητο ψευδοεπιχείρημα, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν παρελάσεων προέρχεται ἀπὸ δικτατορικά καθεστῶτα τῆς Εὐρώπης τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (Μουσολίνι, Στάλιν, Χίτλερ) καὶ ὅτι κατόπιν υἱοθετήθηκε ἀπὸ ἑλληνικὰ δικτατορικὰ καθεστῶτα καὶ ὅτι δῆθεν μᾶς κληροδοτήθηκε ἀπὸ αὐτὰ μέχρι σήμερα σὰν μία κακή συνήθεια. Πρόκειται γιὰ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου ἰσχυρισμό. Θὰ συνιστούσαμε, νὰ μὴ μελετᾶται ἡ ἱστορία ἐπιδερμικά [1], ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν ἔχουμε διόλου στρατό, ἐπειδὴ εἶχαν καὶ τὰ δικτατορικὰ καθεστῶτα, νὰ μὴν ἔχουμε ἀκόμη καὶ σχολεῖα καὶ νοσοκομεῖα, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνα τὰ καθεστῶτα εἶχαν!
Κάποιοι ἰσχυρίσθηκαν ὅτι οἱ παρελάσεις καθιερώθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Καὶ αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀναληθές. Θὰ δοῦμε ἀμέσως παρακάτω ποιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ γιατὶ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ συνεχίσουμε τὸν θεσμὸ τῶν παρελάσεων.
Πρόβλημα θὰ ὑπῆρχε, ἄν δὲν γνώριζαν οἱ παρελαύνοντες γιατὶ παρελαύνουν, ποιούς τιμοῦν, ποιῶν ἡρώων ἀγῶνες δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνοῦν, ὥστε ἄν χρειασθῆ νὰ τοὺς συνεχίσουν. Ἄν κατέληγαν οἱ παρελάσεις τυπικὲς γιορτὲς γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ ἀνούσια ὑπηρεσιακὰ καθήκοντα γιὰ ἀξιωματικοὺς καὶ ἐκπαιδευτικοὺς. Εἶναι λοιπὸν ὑπεύθυνοι, τόσο οἱ ἐκπαιδευτικοί ὅσο καὶ οἱ ἀξιωματικοί, ὥστε νὰ ἐνημερώνουν σωστὰ μαθητές καὶ στρατιῶτες καὶ νὰ τοὺς τονώνουν τὴ φιλοπατρία. Κι ἄς μὴ δίνουν σημασία σὲ μερικοὺς οἱ ὁποῖοι χλευάζουν αὐτὴ τὴ λέξη. Λαὸς χωρὶς φιλοπατρία εἶναι λαὸς μὲ πεσμένο ἠθικό, λαὸς ποὺ πάσχει ἀπὸ τάσεις αὐτοκτονίας!
Κι ἄς μὴ προβάλλουν μερικοί ὡς πρόφαση κάποιες μαθήτριες, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται στὶς παρελάσεις μὲ ἀνάρμοστη περιβολὴ καὶ μᾶλλον συγχέουν τὴν ἐθνικὴ παρέλαση μὲ τὴν πασαρέλα. Ὅταν κάποιοι δὲν ἐφαρμόζουν σωστὰ ἕναν θεσμό, δὲν συνεπάγεται τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὅτι πρέπει ὁ θεσμὸς αὐτὸς νὰ ἀπαγορευθῆ, ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαγορευθῆ καὶ ἡ ἰατρικὴ, ἐπειδὴ ἔχουν κατὰ καιροὺς ὑπάρξει καὶ ἀσυνείδητοι ἰατροί.
Ἄς μᾶς πῆ ὅμως, ὅποιος γι΄ αὐτὸ τὸν λόγο προπαγανδίζει τὴν ἀπαγόρευση τῶν ἑλληνικῶν παρελάσεων: ποιός θὰ θεωρήσει τὶς ἐθνικές μας ἐνδυμασίες ἀκατάλληλες γιὰ παρελάσεις; Ποιός εἶναι δυνατὸν νὰ γελάση, ἄν δῆ Ἑλληνίδα νὰ παρελαύνη ντυμένη μὲ τὴ στολὴ τοῦ Γιδᾶ, δηλαδὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας Ἠμαθίας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει καὶ τὴν περίφημη «κατσούλα», κεφαλοκάλυμμα ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχαία μακεδονικὴ περικεφαλαία, δοσμένο στὶς γυναῖκες τῆς περιοχῆς ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο ὁ ὁποῖος θέλησε ἔτσι νὰ τιμήση τὴ γενναιότητά τους στὴ μάχη;
Β. Ἡ ἱστορική ἀλήθεια

Ἄς δοῦμε λοιπὸν πῶς συνδέονται μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία οἱ παρελάσεις, ὥστε νὰ λήξη αὐτὸ τὸ θέμα μιὰ γιὰ πάντα. Σ΄ αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει ὁ ἱστορικὸς Ἀρριανὸς, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, συνέγραψε τὸ ἔργο «Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις».
Περιγράφει λοιπὸν ὁ ἀρχαῖος ἱστορικὸς πῶς ὁ Ἀλέξανδρος Γ΄ ὁ μέγας ἑόρτασε τὴν κατάληψη τῆς Τύρου: «Ἀλέξανδρος δὲ τῷ Ἡρακλεῖ ἔθυσέ τε καὶ πομπὴν ἔστειλε ξὺν τῇ δυνάμει ὡπλισμένῃ· καὶ αἱ νῆες ξυνεπόμπευσαν τῷ Ἡρακλεῖ, καὶ ἀγῶνα γυμνικόν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ λαμπάδα ἐποίησε·» [2]
Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος λοιπὸν πραγματοποίησε θυσία στὸν Ἡρακλῆ καὶ κατόπιν διοργάνωσε πομπὴ μὲ ὅλη τὴ στρατιὰ ὁπλισμένη. Στὴν πομπὴ πρὸς τὸ ἱερὸ τοῦ Ἡρακλῆ συμμετεῖχαν καὶ τὰ πλοῖα τοῦ στόλου. Κατόπιν πραγματοποίησε καὶ γυμνικοὺς ἀθλητικοὺς ἀγῶνες στὸ ἱερὸ καὶ λαμπαδηφορία.
Στὴν δὲ Μέμφιδα, ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς ὅτι, ὁ Ἀλέξανδρος «ἐνταῦθα θύει τῷ Διὶ τῷ βασιλεῖ καὶ πομπεύει ξὺν τῇ στρατιᾷ ἐν τοῖς ὅπλοις καὶ ἀγῶνα ποιεῖ γυμνικὸν καὶ μουσικόν.» [3] Κι ἐδῶ λοιπὸν ὁ Ἀλέξανδρος πραγματοποιεῖ θυσία, αὐτὴ τὴ φορὰ στὸν βασιλέα Δία καὶ διοργανώνει πομπὴ μὲ ὅλη τὴ στρατιὰ ἔνοπλη καὶ κατόπιν γυμνικοὺς ἀθλητικοὺς ἀγῶνες καὶ μουσικὸ διαγωνισμό.
Ἐπειδὴ κατὰ καιροὺς ἔχουμε ἀκούσει ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς ἀφελεῖς προφάσεις, σπεύδουμε νὰ ἐπισημάνουμε: ἄς μὴ προφασισθεῖ κάποιος ὅτι ὁ μέγας Ἀλέξανδρος συνέδεσε στὰ δύο ὡς ἄνω παραδείγματα τὶς παρελάσεις καὶ μὲ τὴν λατρεία τοῦ Ἡρακλέους καὶ τοῦ Διός. Σήμερα δὲν ἔχουμε λατρεία Ἡρακλέους καὶ Διός, ἔχουμε ὅμως ἱστορικὴ μνήμη καὶ πρέπει νὰ τιμήσουμε τοὺς προγόνους μας οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὴν ἐλευθερία, νὰ συνεχίσουμε δὲ τὶς θυσίες καὶ τοὺς κόπους τους. Ἡ συνέχιση ἑνὸς θεσμοῦ δὲν σημαίνει καὶ ἀπόλυτη ἀντιγραφή του, ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε οἱ σημερινοὶ στρατοί νὰ παρελαύνουν μὲ τὰ ὅπλα καὶ τὰ μεταφορικὰ μέσα τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Οἱ δὲ ἀθλητικοὶ ἀγῶνες συνεχίζονται μέχρι καὶ σήμερα κι ἄς μὴν εἶναι οὔτε γυμνικοί, οὔτε ἀφιερωμένοι στὸν Δία καὶ στὸν Ἡρακλῆ.
Ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ N. G. L. Hammond, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἔγκυρους μελετητὲς τῆς ἀρχαίας Μακεδονίας, ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος: «ἐπέλεξε 30.000 παῖδες [4] καὶ ἔδωσε ἐντολὲς νὰ μάθουν ἑλληνικὰ καὶ νὰ ἀσκηθοῦν στὴ μακεδονικὴ στρατιωτικὴ τάξη, καὶ ὅρισε πολλοὺς ἐπιμελητές». Σὲ ἄλλες διηγήσεις μαθαίνουμε ὅτι τὰ παιδιά αὐτά, ὅταν ἐπιλέχτηκαν, ἦταν πολὺ νέα καὶ ὅταν παρήλασαν ὡς ἐπίγονοι μπροστὰ στὸν Ἀλέξανδρο τὸ 324 ἦταν ἤδη ἄνδρες, δηλαδὴ κόντευαν τὰ εἴκοσι.» [5]
Γ. Συμπέρασμα
Ἀποδείξαμε λοιπόν, ὅτι οἱ παρελάσεις δὲν εἶναι συνήθεια ξενόφερτη στὴν Ἑλλάδα. Δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, οὔτε ἀπὸ δικτατορικὰ καθεστῶτα τῆς Εὐρώπης ἢ τῆς Ἑλλάδας τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Τὶς παρελάσεις συνήθιζε, γιὰ νὰ γιορτάση τὶς νίκες του καὶ γιὰ νὰ ἐπιθεωρῆ τὰ στρατεύματά του ὁ ἀνυπέρβλητος Ἕλληνας ὁ Ἀλέξανδρος Γ΄ ὁ Μέγας, εἶναι ἑπομένως σαφῶς ἑλληνικὴ συνήθεια.
Κι ἄν ἐμεῖς ἀπαγορεύσουμε τὶς παρελάσεις, θὰ τὶς συνεχίσουν πρὸς τιμήν του ἄλλοι, κι ἄς μὴν εἶναι ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλ΄ ἁπλῶς τὸν διεκδικοῦν σὰν πρόγονό τους καὶ ἐμπνευστὴ τῆς πορείας τους πρὸς τὸ μέλλον.
1. Καὶ γενικὰ θὰ συνιστούσαμε νὰ παύση ἡ χονδροειδὴς νεοελληνικὴ συνήθεια τὴν ὁποία ἔχουμε ὀνο- μάσει «ἐκμάθηση τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὸ καφενεῖο». Ὅποιος σύγχρονος Ἕλληνας δὲν μελετᾶ ὑπεύθυνα ἱστορικὰ συγγράμματα καὶ ἄρθρα, ἀλλὰ ἀρκεῖται σὲ ἀνόητες φῆμες, τὶς ὁποῖες ἐκλαμβάνει ὡς ἱστορικὴ ἀλήθεια, δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ μάθη σωστὰ τὴν ἱστορία του καὶ μὲ αὐτὴν νὰ ἐναρμονίση τὴν πορεία του πρὸς τὸ μέλλον.
2. Ἀρριανός, «Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις», Β, 24, 6.
3. Ἀρριανός, «Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις», Γ, 5, 2.
4. Ἐννοεῖ μὴ Ἕλληνες.
5. N. G. L. Hammond, Μέγας Ἀλέξανδρος, Ἕνας ἰδιοφυής, ἐκδ. Μαλλιάρης παιδεία, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 223.
Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη