Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Η Αγία Γραφή ή Βίβλος ήταν το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε!

Πολλοί άνθρωποι πιστοί ή μη, όχι μόνο αρέσκονται στους αναχρονισμούς αλλά επιμένουν μάλιστα – μετά μανίας πολλές φορές – πως έχουν δίκαιο στους  αναχρονισμούς αυτούς.
Έτσι πιστεύουν πως το κείμενο της Καινής Διαθήκης είχε πάντα τη σημερινή μορφή,
 ήταν τυπωμένο πάνω σε χαρτί, ήταν χωρισμένο σε κεφάλαια και στίχους και πολλά άλλα. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι.
Η μορφή του κειμένου της Καινής Διαθήκης έχει μεγάλη ιστορία και μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσα, την οποία θα παρακολουθήσουμε ευθύς αμέσως. 
       Την ιστορία του κειμένου της Καινής Διαθήκης την διακρίνουμε σε δύο μεγάλες περιόδους. Την εποχή που γράφονταν το κείμενο με το χέρι δηλαδή χειρόγραφα και την εποχή του έντυπου κειμένου με την ανακάλυψη της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο τον 15ο αιώνα μ.Χ. Άλλωστε η Αγία Γραφή ή Βίβλος ήταν το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε...

       Τα αυτόγραφα δηλαδή τα πρωτότυπα κείμενα των ιερών συγγραφέων της Καινής Διαθήκης δεν διασώθηκαν, έφθασαν όμως μέχρι εμάς σήμερα πολυάριθμα αντίγραφά τους. Το αρχαιότερο χειρόγραφο που περιέχει ολόκληρη την Καινή Διαθήκη και έχει βρεθεί μέχρι στιγμής προέρχεται από τον 4ο αιώνα μ.Χ. Μικρότερα αποσπάσματα από διάφορα βιβλία της Καινής Διαθήκης ανάγονται μέχρι και τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ.
       Αρχικά χρησιμοποιήθηκε σαν γραφική ύλη ο πάπυρος, ο οποίος προέρχονταν μετά από κατάλληλη επεξεργασία από το ομώνυμο φυτό που φυτρώνει στις όχθες του Νείλου ποταμού. Αυτή γίνονταν ως εξής. Αφού αφαιρούσαν τη φλούδα από τα μακριά κοτσάνια, τα χώριζαν σε λεπτές λουρίδες, που τις τοποθετούσαν απανωτές με τις ίνες εναλλάξ οριζόντιες και κάθετες.
 
 Έπειτα χτυπούσαν τα φύλλα μ’ ένα ξύλινο σφυρί και τελικά τα λείαιναν προσεχτικά με ελαφρόπετρα. Όμως μιας και μιλάμε για τον πάπυρο, αξίζει να αναφέρουμε και το εξής ενδιαφέρον. Πως σε μια πόλη της Φοινίκης την «Βύβλο» - όπως την έγραφαν οι αρχαίοι – γινόταν τόσο εκτεταμένη επεξεργασία και εμπόριο του παπύρου, ώστε το όνομα της πόλης κατέληξε να σημαίνει στα Ελληνικά «βιβλίο» και η λέξη «Βίβλος» να σημαίνει το «βιβλίο των βιβλίων» την Αγία Γραφή. Οι γραφείς λίγοι και σεβαστοί για την τέχνη τους, φορούσαν στην ζώνη τους ειδικό μελανοδοχείο. Για να γράψουν σε περγαμηνή ή πάπυρο χρησιμοποιούσαν ένα καλάμι με σχισμή στην μία άκρη του. Αγνοούσαν το φτερό χήνας που χρησιμοποίησαν οι Βυζαντινοί από τον 4ο αιώνα μ.Χ. και μετά. Το μελάνι δεν ήταν υγρό όπως το δικό μας, αλλά μείγμα από αιθάλη και κόμμι, που το διατηρούσαν στεγνό και το διέλυαν στο νερό όταν ήθελαν να το χρησιμοποιήσουν. Γνώριζαν και την κόκκινη μελάνη η οποία κατασκευάζονταν από τη σίκρα μια σκόνη κοχενίλλης που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να βάφουν το πρόσωπό τους. Οι πάπυροι τυλίγονταν συνήθως σε ρόλους τα ονομαζόμενα ειλητάρια, τους οποίους έπρεπε να ξετυλίξεις για να διαβάσεις το κείμενο (βλέπε φωτογραφία).

 
Ειλητάριο
             Διασώθηκαν περίπου 80 πάπυροι που περιέχουν αποσπάσματα από βιβλία της Καινής Διαθήκης. Δυστυχώς όμως ο πάπυρος είχε ένα μεγάλο μειονέκτημα. Ήταν πολύ ευπαθής. Γι’ αυτό σύντομα αντικαταστάθηκε από την περγαμηνή, η οποία προέρχονταν από την κατεργασία δέρματος προβάτων, αιγών, μόσχων και άλλων ζώων, τεχνική που ανακαλύφτηκε στην πόλη της Περγάμου γύρω στο 2ο αιώνα π.Χ. Η περγαμηνή – η οποία καλούνταν και διφθέρα, μεμβράνη, δέρμα – ήταν πολύ καλύτερη από τον πάπυρο αφού μπορούσε να γραφεί και από τις δύο μεριές, καθώς και να διπλωθεί, στοιχεία βέβαια που έλειπαν από τον πάπυρο. Κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. αντικατέστησε πλήρως τον πάπυρο τουλάχιστον ως γραφική ύλη για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Οι μεμβράνες τις οποίες παραγγέλνει ο Παύλος στον Τιμόθεο να φέρει από την Τρωάδα (1 Τιμ. 4:13) ήταν προφανώς κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Το αρχαιότερο Χριστιανικό κείμενο επί περγαμηνής είναι το απόσπασμα από το «Διατεσσάρων Ευαγγέλιο» του Τατιανού, που βρέθηκε στην περιοχή της DuraEuropos της Ασίας και προέρχεται από το πρώτο ήμισυ του 2ου αιώνα μ.Χ.   
       Οι περγαμηνές σπάνια είχαν την μορφή ειληταρίου. Συνήθως ήταν φύλλα που έμπαινε το ένα πάνω στο άλλο. Τέσσερα φύλλα διπλωμένα αποτελούσαν το «τετράδιο», περισσότερα δε τον «κώδικα» (βλέπε φωτογραφία).

 
Κώδικας
              Προφανές λοιπόν είναι για ποιο λόγο η περγαμηνή αντικατέστησε τον πάπυρο. Διότι πιο ευχερής είναι η χρήση του κώδικα από το ειλητάριο. Άξιον προσοχής άλλωστε είναι πως και οι αρχαιότεροι Χριστιανικοί πάπυροι, από τις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., όπως π.χ. ο Ρ52, έχουν την μορφή κώδικα. Το 331 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Ευσέβιο Καισαρείας να του προμηθεύσει 50 περγαμηνούς κώδικες που περιείχαν την Αγία Γραφή για τις εκκλησίες της νέας πρωτεύουσας. Πολλές φορές κείμενα παπύρου αντιγράφονταν σε περγαμηνή για να σωθούν από την καταστροφή, αφού ο πάπυρος ήταν και ευπαθής και δύσχρηστος. Την ευπάθειά του αυτή επιδείνωνε και το μελάνι που χρησιμοποιούνταν επειδή ήταν τοξικό και διάβρωνε και κατάστρεφε τον πάπυρο. Ο Ιερώνυμος μας πληροφορεί εις την 34η επιστολή του, πως ο επίσκοπος Ακάκιος Καισαρείας και ο διάδοχός του Ευζώϊος, μεταξύ 340 και 380 μ.Χ., φρόντισαν για την αντιγραφή επί των περγαμηνών των βιβλίων της βιβλιοθήκης της Καισαρείας που είχε ιδρυθεί από τον Ωριγένη και τον Πάμφιλο.
       Επειδή όμως η περγαμηνή ήταν πολύ ακριβή, πολλές φορές «έξαιναν» τα επ’ αυτών παλιότερα κείμενα για να γραφούν νέα που ήταν χριστιανικά ή αντίστροφα, «έξαιναν» τα χριστιανικά κείμενα για να γραφούν από τους νεότερους άλλα πιο χρήσιμα γι’ αυτούς. Οι κώδικες αυτοί ονομάζονται παλίμψηστοι (codices rescripti). Σήμερα αφού ως γνωστόν η τεχνολογία έχει κάνει άλματα είναι δυνατόν με ειδικές φωτογραφικές μηχανές να φωτογραφηθεί το αρχικό κείμενο, σε περίπτωση κατά την οποία είναι πιο ενδιαφέρον αυτό από το μεταγενέστερο που γράφτηκε πάνω του.
       Από τον 13ο αιώνα μ.Χ., η περγαμηνή αντικαταστάθηκε από το χαρτί το οποίο ήταν κατά πολύ φθηνότερο αυτής. Το χαρτί κατασκευάζονταν ήδη από πολλούς αιώνες στην Κίνα, ήταν δε γνωστός και στην Αίγυπτο και την Συρία από τον 8ο αιώνα μ.Χ. Πολλά Βυζαντινά χειρόγραφα που διασώζονται σε πολλές Ιερές Μονές και ιδιαίτερα στο Άγιο Όρος είναι γραμμένα είτε σε μεμβράνη (περγαμηνή) είτε σε χαρτί.
       Τώρα όσον αφορά το είδος της γραφής τα χειρόγραφα διακρίνονται σε μεγαλογράμματα δηλαδή που έχουν γραφτεί μόνο με κεφαλαία γράμματα και σε μικρογράμματα που έχουν γραφτεί μόνο με μικρά γράμματα. Τα γραμμένα με κεφαλαία γράμματα (Literae Unciales) έχουν τις λέξεις ενωμένες χωρίς να ξεχωρίζει η μία από την άλλη και χωρίς να υπάρχουν σημεία στίξεως ή τονισμού. Χειρόγραφα με κεφαλαιογράμματα ανευρίσκονται και μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ. Από τον 9ο αιώνα μ.Χ. άρχισε να χρησιμοποιείται η μικρογράμματος γραφή (Literae Cursivae) η οποία επικράτησε οριστικά τον 11ο αιώνα μ.Χ.
       Τα περιέχοντα συνεχές κείμενο της Καινής Διαθήκης χειρόγραφα είναι συνήθως μονόστηλα, ενώ τα περιέχοντα τα αναγνώσματα την ώρα της Θείας Λειτουργίας δηλαδή τις ευαγγελικές και αποστολικές περικοπές είναι δίστηλα, τουτέστιν έχουν δύο στήλες στην ίδια σελίδα. Ονομάζονται «εκλογάδια» ή «λεξιονάρια» από την λατινική λέξη lectio = ανάγνωσμα ή «ευαγγέλιο» και «Πραξαπόστολος». Οι Ιερές Μονές στο Άγιο Όρος αλλά και άλλες Μονές έχουν πλήθος από τέτοια χειρόγραφα με καλλιτεχνικές μικρογραφίες (μινιατούρες) και προσεγμένη και καλλιτεχνική γραφή.                             
       Ο αριθμός σήμερα των γνωστών Ελληνικών χειρογράφων που βρίσκονται σε διάφορες Μονές και Βιβλιοθήκες του κόσμου ανέρχεται σε 80 περίπου παπύρους, 268 μεγαλογράμματα, 2800 περίπου μικρογράμματα και 2200 περίπου εκλογάδια. Ο αρχαιότερος πάπυρος είναι ο Ρ52, που προέρχεται από το 125 μ.Χ. περίπου και περιέχει τα χωρία από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο 18:31 – 33 και 37 – 38. Φυλάσσεται στην Βιβλιοθήκη John Rylands στην πόλη του Μάντσεστερ της Αγγλίας μαζί με άλλους παπύρους από την Αίγυπτο. Άξιον μνείας και παρατηρήσεως είναι και το εξής. Πως από το πλήθος των διασωζόμενων βιβλίων της Καινής Διαθήκης αφθονούν εκείνα τα χειρόγραφα που περιέχουν τα Ευαγγέλια.
       Ας δούμε τώρα ποιοι κώδικες διασώζουν σχεδόν όλη την Καινή Διαθήκη. Αυτοί είναι οι: Σιναϊτικός, Αλεξανδρινός, Βατικανός, Εφραίμ και περίπου 50 μικρογράμματοι. Ακόμα για να γνωρίζουμε από ποιο χειρόγραφο προέρχεται ένα χωρίο έχει επικρατήσει διεθνώς η εξής σημειογραφία: οι πάπυροι σημειώνονται δια του Ρ και ενός εκθέτη π.χ. Ρ1, Ρ2 κ.λ.π., τα μεγαλογράμματα με γράμματα από το Λατινικό και Ελληνικό αλφάβητο καθώς επίσης και με το γράμμα א (άλεφ) του Εβραϊκού αλφάβητου, τα μικρογράμματα με αραβικούς αριθμούς και τα λεξιονάρια δια του Λατινικού l και ενός εκθέτη. Τα σπουδαιότερα μεγαλογράμματα χειρόγραφα επί περγαμηνής είναι:
       Ο Σιναϊτικός κώδικας σημειούμενος δια του א, περιέχει ολόκληρη την Καινή Διαθήκη καθώς και τα απόκρυφα βιβλία την επιστολή Βαρνάβα και τμήματα του Ποιμένα του Ερμά. Προέρχεται από το πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνα μ.Χ. και γράφτηκε είτε στην Αίγυπτο είτε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Βρέθηκε από τον Γερμανό K.Tischendorf εις την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Θεοβάδιστου όρους Σινά εξ ου και Σιναϊτικός, ένα μέρος του το 1844 και το υπόλοιπο το 1859. Από το 1933 βρίσκεται και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.
       O Αλεξανδρινός κώδικaς, σημειούμενος δια του Α είναι του 5ου αιώνα μ.Χ. και προέρχεται από την Αίγυπτο. Περιέχει ωρισμένα κενά στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και Ιωάννη, και στην 2η προς Κορινθίους Επιστολή. Έχει και αυτός όπως και ο Σιναϊτικός τα απόκρυφα βιβλία του, και αυτά είναι οι επιστολές 1 και 2 Κλήμεντα (μέχρι 12:5). Ευρίσκεται από το 1751 στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου επίσης.
       Ο Βατικανός κώδικaς σημειούμενος δια του Β περιέχει την Καινή Διαθήκη μέχρι το Εβραίους 9:14α, παραλείπει δε τις επιστολές 1 και 2 προς Τιμόθεο, Τίτο, Φιλήμονα και την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Προέρχεται από την Αίγυπτο – κατά πάσα πιθανότητα από την Αλεξάνδρεια – και θεωρείται ο αρχαιότερος κώδικaς διότι χρονολογήθηκε από τους ειδικούς, πως εγράφη στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. Από τον 15ο  αιώνα μ.Χ. ευρίσκεται στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού.
       Ο κώδικaς Εφραίμ του Σύρου σημειούμενος δια του C, είναι ο σπουδαιότερος των παλίμψηστων, προέρχεται από τον 5ο αιώνα μ.Χ., πιθανή δε πατρίδα του είναι η Αίγυπτος. Περιέχει αποσπάσματα από όλα σχεδόν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ. απεξέσθει το κείμενο για να γραφτούν επάνω του τα έργα του μεγάλου Εκκλησιαστικού Πατέρα μας Εφραίμ του Σύρου στην Ελληνική γλώσσα. Ευρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.                         
       Ο κώδικaς Βέζα σημειούμενος δια του D είναι δίγλωσσος, ελληνικό κείμενο και λατινική μετάφραση και αποτελείται από δύο χειρόγραφα του 6ου αιώνα μ.Χ. Το πρώτο περιέχει τα Ευαγγέλια, με την εξής σειρά Ματθαίος, Ιωάννης, Λουκάς, Μάρκος και τις Πράξεις των Αποστόλων και ονομάζεται Codex Bezae Cantabrigiensis, επειδή δόθηκε ως δώρο το 1581 από τον φίλο και μαθητή του Καλβίνου, Βέζα, στο Πανεπιστήμιο του Cambridge της Αγγλίας, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Το δεύτερο περιέχει τις επιστολές του Παύλου και ονομάζεται Codex Claromontanus, επειδή φυλάσσονταν στην μονή Clermont της Γαλλίας. Σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.
       Άξιο μνείας και επισήμανσης είναι και το γεγονός πως στα χειρόγραφα δεν υπάρχει ενιαία διαίρεση του κειμένου σε κεφάλαια και στίχους όπως συμβαίνει στις σημερινές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης. Έτσι π.χ. διαιρέσεις σε κεφάλαια υπάρχουν στον κώδικα του Βατικανού, σε ορισμένα όμως βιβλία, τίτλοι δε ορισμένων περικοπών υπάρχουν στον Αλεξανδρινό κώδικα. Άλλες διαιρέσεις σε περικοπές («αναγνώσματα») έγιναν από τον Αμμώνιο τον Αλεξανδρέα τον 3ο αιώνα μ.Χ., από τον διάκονο Ευθάλιο τον 5ο ή κατ’ άλλους τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ο Ευσέβιος Καισαρείας διαίρεσε τα Ευαγγέλια σε ενότητες και κατάρτισε 10 πίνακες τους «κανόνες» των παραλλήλων ενοτήτων, ο οποίος εκδίδεται σήμερα στις κριτικές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης. Εις «κώλα», περιέχοντα δηλαδή ένα πλήρες νόημα διαίρεσε το κείμενο και ο πολύς Ωριγένης στα Εξαπλά του.
       Επίσης ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας, ο Διονύσιος Αλεξανδρείας και άλλοι Εκκλησιαστικοί συγγραφείς κάνουν λόγο για «κεφάλαια», «περικοπές» κ.λ.π., χωρίς όλα αυτά να σημαίνουν πως υπήρχε ενιαίο και παντού στην Εκκλησία σε ισχύ σύστημα διαίρεσης του κειμένου.
       Η ισχύουσα σήμερα διαίρεσις σε κεφάλαια ανάγεται στον επίσκοπο Κανταβρυγίας, Στέφανο Λάνγκτον (+1228) και αυτή σε στίχους προέρχεται από τον τυπογράφο του Παρισιού, Ρόμπερτ Στεφάνους, ο οποίος τους χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το έτος 1551 όταν τύπωσε την τότε έκδοση της Καινής Διαθήκης.                 
      Όσον αφορά τώρα την χρονολόγηση των αρχαίων χειρογράφων οι επιστήμονες χρησιμοποιούν την μέθοδο του ραδιοϊσότοπου του άνθρακα (C14): Το ισότοπο αυτό του άνθρακα, χάνει ραδιενέργεια με ταχύτητα που μπορεί να μετρηθεί και έτσι μας παρέχει ένα αρκετά αξιόπιστο μέσο για τη χρονολόγηση αρχαίων υλικών. Φυσικά οι χρονολογίες είναι προσεγγιστικές και αφορούν υλικά που έχουν σχέση με χιλιάδες χρόνια. Για υλικά που έχουν σχέση με εκατομμύρια και δισεκατομμύρια χρόνια, χρησιμοποιούνται ραδιενεργά υλικά όπως π. χ. το ουράνιο.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στη Καινή Διαθήκη

2. Σχολικό εγχειρίδιο Θρησκευτικών της Α’  Τάξης Γυμνασίου

3. Ντανιέλ Ροπς: Η καθημερινή ζωή στη Παλαιστίνη στους χρόνους του Ιησού