Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

H συγκλονιστική αφήγηση της Ελένης Χολέβα δεν έχει προηγούμενο απο τα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών, κομάντο της Ελντεβάϊς



Ο θάνατος του Αντισυνταγματάρχη Ζάλμινγκερ - Η απόφαση για αντίποινα - Η σφαγή των Λιγκιάδων - Οι απίστευτες γερμανικές φρικαλεότητες - Τιμωρήθηκε κανείς για το έγκλημα των Λιγκιάδων;

Στις 3 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν 76 χρόνια από τη σφαγή των Λιγκιάδων ,που έγινε από την περιβόητη γερμανική μεραρχία ‘’Εντελβάις’’. Πρόκειται για ένα από τα χειρότερα ναζιστικά εγκλήματα στην Ελλάδα. Με το συγκλονιστικό αυτό θέμα θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας άρθρο ,έχοντας ως βασική πηγή το βιβλίο του Γερμανού Χέρμαν Φρανκ Μάγερ ‘’ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ’’.Πού βρίσκονται οι Λιγκιάδες;Οι Λιγκιάδες είναι ορεινός οικισμός του νομού Ιωαννίνων. Είναι χτισμένοι σε υψόμετρο 960 μέτρων. Βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, στις νοτιοδυτικές πλαγιές του όρους Μιτσικέλι, 13 χλμ. ΒΑ της πόλης των Ιωαννίνων. Στην απογραφή του 2011 είχαν 92 κατοίκους. Υπάγονται διοικητικά στον δήμο Ιωαννίνων. Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν οι εξής εκδοχές.

α) Ότι προέρχεται από το αρχαίο τοπωνύμιο Λύγκος (η), πόλη της Μακεδονίας στην περιοχή της Λυγκηστίδος, η οποία εκτεινόταν στις πεδιάδες του Μοναστηρίου, του Πρίλεπ και της Φλώρινας. Σχετικό είναι και το όνομα κατά την αρχαιότητα βουνού Λίγγος (και Λύγκος) στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία.
β) Ότι προέρχεται από το αλβαν. linge-a ‘’κουδούνι των γιδοπροβάτων’’ και το επίθημα -αδες. Ερμηνεύεται έτσι ως ‘’κατασκευαστές κουδουνιών για ζώα’’ ή ‘’ποιμένες, τσέλιγκες’’.
γ) Τέλος κατά τον Κ. Οικονόμου η ονομασία του χωριού προέρχεται από το αλβαν. lengate-a ‘’βαριά μακροχρόνια αρρώστια, κολλητική ασθένεια, επιδημία’’ με επίδραση του-αδες.
(Πηγή: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ ‘’ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΙΚΩΝΥΜΙΩΝ’’, ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΩΝ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑ- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2010).
Στους Λιγκιάδες βρισκόταν η μονή Αγίου Γεωργίου, πνευματικό κέντρο της Ηπείρου κατά τον 17ο αιώνα, όπου πέθανε το 1699 ο λόγιος κληρικός Βησσαρίων Μακρής.
Ο Αντισυνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ Ο Αντισυνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ ήταν διοικητής του 98ου Γερμανικού Συντάγματος με έδρα την Πρέβεζα. Τον Σεπτέμβριο του 1943 μετατέθηκε στην ‘’εφεδρεία του Fuhrer’’. Θα πήγαινε στη Γερμανία και θα εκπαιδευόταν για να αναλάβει ανώτερα καθήκοντα, καθώς ήταν προσωπικός φίλος του Χίτλερ. Ο επίσημος αποχαιρετισμός του έγινε με παρέλαση του 98ου Συντάγματος στην Πρέβεζα στις 30 Σεπτεμβρίου. Στη συνέχεια έφυγε για τα Γιάννενα, όπου παλαιοί συμπολεμιστές και φίλοι τον είχαν καλέσει σε αποχαιρετιστήριο δείπνο. Δύο από τους συνδαιτυμόνες του, οι Πέσινγκερ και Σταρλ είπαν αργότερα, ότι πέρασαν πολύ ωραία εκείνο το βράδυ. Έπαιζε στρατιωτική μπάντα υπό τη διεύθυνση του Werner Zimmerman και έρεε άφθονο ούζο και ελληνικό κρασί. Οι συνάδελφοί του δεν άφηναν τον Ζάλμινγκερ να επιστρέψει στην Πρέβεζα εκείνο το βράδυ. Η δράση των ανταρτών ήταν έντονη τον Σεπτέμβρη του 1943 στην Ήπειρο.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 3 χιλιόμετρα νότια της Άρτας είχαν βρεθεί πεσμένοι 16 τηλεγραφικοί στύλοι. Γι’ αυτό τον λόγο Γερμανοί στρατιώτες συνέλαβαν στα κοντινά χωριά Κομπότι και Νεοχωράκι 30 αμάχους, από τους οποίους στις 30 Σεπτεμβρίου εκτελέστηκαν για αντίποινα οι 17.

Ο Ζάλμινγκερ λοιπόν, είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων όταν δεν άκουσε κανέναν και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Πρέβεζα. Ούτε ο στρατηγός Λαντς είχε καταφέρει να τον αποτρέψει. Ο Ζάλμινγκερ διέταξε τον οδηγό του Άντον Μπάντερ να ετοιμαστεί για την επιστροφή στην Πρέβεζα. Ήθελε το τελευταίο του βράδυ στην Ελλάδα, να το περάσει δίπλα στους στρατιώτες του. Ο Μπάντερ όταν ο Ζάλμινγκερ ανέβηκε στο αυτοκίνητο ,ξεκίνησε με μεγάλη ταχύτητα προκαλώντας μάλιστα ζημιές στη μπάρα της πύλης του στρατοπέδου.

Όπως φοβόταν ο Λαντς και οι άλλοι αξιωματικοί, ο Ζάλμινγκερ και ο Μπάντερ δεν πρόλαβαν να πάνε πολύ μακριά. Κοντά στην Κλεισούρα, βόρεια της Κερασώνας δολιοφθορείς του Τμήματος Ξεροβουνίου του ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Αλέκο Παπαδόπουλο κατέστρεφαν εκείνο το βράδυ τηλεφωνικούς στύλους. Αργότερα ο Πέσινγκερ διηγήθηκε τι συνέβαινε:

‘’Σίγουρο είναι ότι ο Μπάντερ είχε κακή ορατότητα, επειδή όλα τα αυτοκίνητα ταξίδευαν τη νύχτα με καμουφλαρισμένους προβολείς για να μην τραβούν την προσοχή των ανταρτών. Έπειτα από μια γέφυρα σε μια απότομη στροφή προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα πάνω σ’ έναν πεσμένο στύλο. Το αυτοκίνητο χτύπησε με μέτρια ορμή στο εμπόδιο, που εκσφενδονίστηκε στην κοίτη του ποταμού (σημ. προφανώς πρόκειται για τον ποταμό Λούρο) και καταπλάκωσε τον οδηγό. Ο Γιόζεφ Ζάλμινγκερ βρέθηκε την επόμενη μέρα νεκρός στους θάμνους δίπλα στον δρόμο με μια σφαίρα στην κοιλιά και άλλα τραύματα από πυροβολισμούς. Στο χέρι του κρατούσε ακόμα το πιστόλι’’

(M. Possinger- J.Bader, ‘’Lebensbilder eines Gebirgsjagers’’ 1997).

Οι δολιοφθορείς του ΕΔΕΣ δεν είχαν καταλάβει ποιος ήταν ο Γερμανός αξιωματικός που σκοτώθηκε εκείνο το βράδυ. Ο δεκατετράχρονος τότε Χρήστος Αναγνώστου, που είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση για το στήσιμο οδοφράγματος με τους κομμένους στύλους, είπε το 1998 στον Χ. Φ Μάγερ: ‘’Ήταν μια επιχείρηση ρουτίνας όπως κάναμε συνέχεια. Οι Άγγλοι μας διέταξαν να κόψουμε στύλους. Δεν είχαμε ιδέα ποιος ήταν μέσα στο αυτοκίνητο’’. Ο Αναγνώστου δεν απάντησε στο ερώτημα τι ακριβώς έγινε με τον Ζάλμινγκερ μετά το δυστύχημα. Είπε μόνο ότι ‘’όταν καταλάβαμε πως ο νεκρός ήταν υψηλόβαθμος αξιωματικός φύγαμε όλοι στα βουνά’’.

Ο Anton Stangl, που είδε τους νεκρούς συμπατριώτες του την επόμενη μέρα, είπε: ‘’Είδα τα πτώματα με τα ίδια μου τα μάτια. Το κεφάλι του Συνταγματάρχη Ζάλμινγκερ (προήχθη μετά τον θάνατό του) και νομίζω κι εκείνο του δεκανέα δεν είχε αποκοπεί τελείως από τον κορμό, αλλά κρεμόταν στο σβέρκο μόνο από ένα κομμάτι μυός’’.

Ο συμπολεμιστής του Ζέρβα και μετέπειτα συγγραφέας Κώστας Ιωάννου, εξέφρασε την άποψη ότι οι Ζάλμινγκερ και Μπάντερ θανατώθηκαν από εκδίκηση για τη δολοφονία των 49 προκρίτων στην Παραμυθιά (δείτε σχετικό μας άρθρο στις 23/6/2019).

Ο πρώτος που σήμανε συναγερμό για τον Ζάλμινγκερ το πρωί της 1ης Οκτωβρίου ήταν ο υπασπιστής του, Υπολοχαγός Carl Rall. Αμέσως κινητοποιήθηκαν δύο λόχοι του 98ου Συντάγματος που βρίσκονταν στην περιοχή του Λούρου. Επικεφαλής των ερευνών ήταν ο Λοχαγός Αλόις Άιζλ. Αυτός ήταν και ο πρώτος που ενημερώθηκε ότι οι Ζάλμινγκερ και Μπάντερ βρέθηκαν νεκροί και το κοινοποίησε με σήμα στις 11.08 π.μ. της 1/10/1943. Όλοι οι Γερμανοί όταν πληροφορήθηκαν τα νέα, σοκαρίστηκαν. Η είδηση του θανάτου του Ζάλμινγκερ έφτασε μέχρι τον Χίτλερ! Ο υπασπιστής του Σμουντ έγραψε στις 20 Φεβρουαρίου 1944 στη χήρα του: «Θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του γερμανικού λαού απέναντι στον σύζυγό σας … ακόμα και μετά τον θάνατό του, ο Fuhrer ενέκρινε την εφάπαξ χορήγηση του ποσού των 5.000 μάρκων για καθένα από τα προσωπικά του κονδύλια». Ο Χέρμαν Ζάλμινγκερ, δήμαρχος του Μίντελαντ και ο αδελφός του Χέλμουτ, έβγαλαν το 2006 τα παράσημα, τις επιστολές και το φωτογραφικό άλμπουμ του πατέρα τους σε πλειστηριασμό. Τα πούλησαν για 35.000 ευρώ…

Όταν ο Στρατηγός Λαντς έμαθε για τον θάνατο του Ζάλμινγκερ έδωσε πλήρη ελευθερία στις μονάδες για αντίποινα.

«Αναμένω από την 1η Ορεινή Μεραρχία να εκδικηθεί αυτή την ειδεχθή, συμμορίτικη δολοφονία ενός από τους λαμπρότερους διοικητές μας με μια αμείλικτη επιχείρηση αντεκδίκησης σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων γύρω από το σημείο της δολοφονίας».

Η κηδεία του Ζάλμινγκερ έγινε την Κυριακή 3 Οκτωβρίου στην Πρέβεζα. Ένας μοτοσικλετιστής της συνοδείας του Λαντς που μετέβαινε στην Πρέβεζα, έπεσε σε ενέδρα 13 χλμ. έξω από τα Γιάννενα. Λίγο αργότερα σύμφωνα με τις γερμανικές αναφορές, βρέθηκε το πτώμα του «κοντά στο σημείο της ενέδρας, ληστευμένο και γυμνό».
Η ώρα των «αντιποίνων»
17744472_Greece-Germany-Gauck_JPEG-01a5a
2048748-750x501
HUMBERT-LANZ



Κατά τη διάρκεια της κηδείας του Ζάλμινγκερ, τα μέλη της Μονάδας 54 της Feldgendarmerie(χωροφυλακής), έπαιρναν εκδίκηση στα Γιάννενα για τον θάνατό του. Υπό τις διαταγές του περιβόητου (κατά τον Χ.Φ. Μάγερ) Υπολοχαγού Μπέρνχαρντ Τομκόβιακ, ο οποίος είχε ήδη διατάξει τη δολοφονία αιχμαλώτων στο Μαυροβούνιο, στα Γιάννενα και κατά την επιχείρηση «Αύγουστος» ,εκτελέστηκαν «ως άμεσο μέτρο αντιποίνων» τέσσερις όμηροι. Επρόκειτο για τους: Βασίλειο Φούκα (40 ετών) και Βασίλειο Χολέβα (27 ετών) από τους Λιγκιάδες, Κώστα Νάστο (30 ετών) από το Κουκλέσι και Γεώργιο Ουτόπουλο από το Φλαμπουράρι ,που ήταν για άγνωστους λόγους κλεισμένοι για αρκετές μέρες στο υπόγειο της Ζωσιμαίας Σχολής.
Η επιλογή των δυο άτυχων ομήρων από τους Λιγκιάδες δεν ήταν τυχαία. Το πρωί της 3ης Οκτωβρίου, Γερμανός φρουρός στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων είχε παρατηρήσει «έντονη κινητικότητα συμμοριτών με υποζύγια … στην περιοχή Στρούνι (σήμερα Αμφιθέα) – Λιγκιάδες». Ένα μήνα νωρίτερα, αναγνωριστικά τμήματα του γερμανικού στρατού κατά τη διάρκεια επιχείρησης, στην περιοχή του Μετσόβου, ανάφεραν ότι είδαν στο Μιτσικέλι «κινήσεις με υποζύγια» και ο επικεφαλής τους Σπίντλερ συμπέρανε ότι όλοι οι κάτοικοι του χωριού είχαν όπλα και συνεργάζονταν με τους αντάρτες!

Η σφαγή των Λιγκιάδων

Έτσι οι Γερμανοί αποφάσισαν την άμεση διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων εναντίον των χωριών Στρούνι (Αμφιθέα σήμερα)και Λιγκιάδες. Σίγουρα, ήθελαν να “παραδειγματιστούν” και οι κάτοικοι των Ιωαννίνων. Οι Λιγκιάδες αποτελούσαν ιδανικό στόχο. Βρίσκονται στην άλλη πλευρά της λίμνης των Ιωαννίνων, πάνω στις πλαγίες του Μιτσικελίου και είναι ορατοί από την πόλη με γυμνό μάτι. Ο διερμηνέας Περλέντης, επιβεβαίωσε ότι το “μέτρο αντιποίνων” είχε ήδη αποφασιστεί “λόγω της δολοφονίας του υψηλόβαθμου αξιωματικού (Ζάλμινγκερ) και του επιλοχία της χωροφυλακής (Feldfendarmerie) Ζίτσινγκερ, πριν μεταφερθεί στα Γιάννενα το πτώμα του μοτοσικλετιστή.

Από το παράθυρο του γραφείου του στο γραφείο του σταθμού της Feldgendarmerie, ο Πουλμέντης παρακολούθησε πως οι Λιγκιάδες δέχτηκαν αρχικά πυρά από όλμους τοποθετημένους στο νησί της λίμνης και στις ακτές της κοντά στο Πέραμα. Ακολούθως, 5 φορτηγά ξεκίνησαν για το χωριό και στάθμευσαν στην τοποθεσία Λάκκα Μαράφα, απ’ όπου ξεκινούσε ένα ανηφορικό μονοπάτι. Οι ορεινοί καταδρομείς της “Εντελβάις” κατέβηκαν από τα φορτηγά και συνέχισαν με πεζοπορία προς τους Λιγκιάδες. Κατέλαβαν το χωριό δίχως καμία παρενόχληση. Ο Πουλμέντης, σύντομα άκουσε πολύ καθαρά, πυρά από πυροβόλα και είδε φλόγες να υψώνονται από το χωριό. Πυκνά σύννεφα καπνού μεταφέρονταν από τον άνεμο προς τα Γιάννενα.

Ο δάσκαλος ξένων γλωσσών Νικόλαος Κυριακός, που επίσης εργαζόταν για τους Γερμανούς, είδε από το γραφείο του στο γερμανικό τοπικό διοικητήριο, πως οι Λιγκιάδες έγιναν παρανάλωμα του πυρός.

Οι Λιγκιάδες εκείνη την εποχή, είχαν 237 κατοίκους.

Ευτυχώς, την Κυριακή 3 Οκτωβρίου 1943, υπήρχαν στο χωριό μόνο 86 άτομα. Ο ιερέας δεν μπορούσε να πάει στους Λιγκιάδες και η κυριακάτικη λειτουργία δεν έγινε. Καθώς το χωριό δεν είχε πηγάδι, αρκετές γυναίκες είχαν πάει με γαϊδούρια σε μια πηγή κοντά στην Παμβώτιδα για να φέρουν νερό. Πολλοί είχαν πάει στο γειτονικό χωριό Καρυές, για να βοηθήσουν στο μάζεμα των καρυδιών. Οι κινήσεις τους με υποζύγια, ήταν κατά πάσα πιθανότητα, αυτές που έκαναν τους Γερμανούς να αναφέρονται σε “κινήσεις συμμοριτών”.

Από τους 86 που βρίσκονταν στους Λιγκιάδες εκείνη τη μοιραία Κυριακή, οι 82 δολοφονήθηκαν. Μόνο 4 επέζησαν. Λίγες μέρες αργότερα, ο πρόεδρος του χωριού Κωνσταντίνος Σιαφάκας, κατέθεσε στο γραφείο του αναπληρωτή γενικού διοικητή Ηπείρου Μιχαήλ Τσιμπρή, μια κατάσταση με την ηλικία και το φύλο των θυμάτων. 34 θύματα ήταν παιδιά, ηλικίας από 6 μηνών έως και 11 ετών. Μεταξύ 12 και 17 ετών, δεν υπήρξε κανένα θύμα. Μεταξύ 18 και 29 ετών, υπήρξαν 3 θύματα. Αυτό οφείλεται στο ότι οι έφηβοι και οι νέοι εργάζονταν στη συλλογή καρυδιών. Άλλοι 27 νεκροί ήταν ηλικίας 30 έως 64 ετών, ενώ 11 ήταν μεταξύ 65 και 80 ετών. Ένας κάτοικος, είχε φτάσει σε ηλικία περίπου 100 ετών! Από τα 45 άτομα που βρίσκονταν σε ηλικία από 18 έως 100 ετών, τα 28 ήταν γυναίκες. Η “μάχιμη ηλικία” (μεταξύ 18 και 45 ετών), όπως την αποκαλούσαν οι Γερμανοί, είχε μόνο 6 νεκρούς άνδρες.

Σχεδόν όλα τα οικήματα του χωριού (43 σπίτια και 57 καλύβες), πυρπολήθηκαν. Μόνο η εκκλησία και το σχολείο γλίτωσαν.

Ο τριαντάχρονος αγρότης Δημήτριος Παππάς, ήταν γύρω από τους πρώτους που επέστρεψαν γύρω στις 6 το απόγευμα στους Λιγκιάδες: “Στο σπίτι του Ρούσκα βρήκαμε την Ελένη Μπαμπούσκα με το δεκάμηνο βρέφος της ζωντανό πάνω στο στήθος της. Στα υπόγεια των φλεγόμενων σπιτιών βρίσκονταν μισοκαμένα πτώματα... Μπορέσαμε να σώσουμε από τη φωτιά το σχολείο και την εκκλησία”.

Ο μικρός Παναγιώτης Μπάμπουσκας, ήταν τη μέρα της σφαγής μόλις 10 μηνών. Ένας Γερμανός στρατιώτης του τρύπησε την πλάτη με ξιφολόγχη, ωστόσο κατάφερε να επιβιώσει. Τον βρήκαν να προσπαθεί να θηλάσει από το παγωμένο στήθος της μητέρας του.

Το 2007, μαζί με άλλους επιζήσαντες, ταξίδεψε στη Γερμανία, μετά από πρόσκληση του Πανεπιστημίου του Μονάχου για τα εγκλήματα της Βέρμαχτ στην Ελλάδα. Οι νέοι άνθρωποι τους άκουγαν συγκλονισμένοι, τους αγκάλιαζαν και έκλαιγαν. Οι βετεράνοι του πολέμου ήταν απόμακροι και δεν βρέθηκε κανείς να παραδεχτεί ότι συμμετείχε σε κάποια σφαγή στην Ελλάδα. Ο Χέρμαν Ζάλμινγκερ, δήμαρχος του Μίντενβαλντ όπως αναφέραμε, που ο θάνατος του πατέρα του προκάλεσε τη σφαγή των Λιγκιάδων, αρνήθηκε να δει την ελληνική αντιπροσωπεία. Στους καθηγητές και φοιτητές που είχαν την ιδέα της συνάντησης, απάντησε ξερά ότι “δεν δέχεται Έλληνες”. Προφανώς δέχεται μόνο ευρώ από την πώληση πατρικών κειμηλίων...

Ο 24χρονος το 1943, αγρότης Νικόλαος Ρούσκας, ήταν ένας από τους 4 διασωθέντες:
“Τα σπίτια μας ερευνήθηκαν και λεηλατήθηκαν. Όταν τελείωσαν μ’ αυτά, μας χώρισαν σε ομάδες των 10-15 ατόμων και μας μοίρασαν σε διάφορα σπίτια. Στη συνέχεια πυροβολούσαν προς τις ομάδες με καραμπίνες και πολυβόλα και πυρπόλησαν τα σπίτια.

Με τον πατέρα μου Δημήτριο και την τρίχρονη κορούλα μου στην αγκαλιά, οδηγήθηκα σ’ ένα από τα σπίτια.

Αφού ο στρατιώτης ερεύνησε το σπίτι, εκτέλεσε τον πατέρα μου. Έπεσε αμέσως νεκρός. Ο επόμενος πυροβολισμός προοριζόταν για μένα. Η σφαίρα μου ξύρισε τα μαλλιά, τα έκαψε ελαφρά και πέτυχε την κόρη μου.

Πέθανε έπειτα από λίγο. Ήμουν πεσμένος στο πάτωμα και πίστεψα πως είχα χτυπηθεί. Ο στρατιώτης πίστεψε το ίδιο και έφυγε. Όταν εξαπλώθηκε η φωτιά και άρχισαν να καίγονται τα ρούχα μου, το έβαλα στα πόδια. Από τους 86 ανθρώπους που εκείνο το απόγευμα βρίσκονταν στο χωριό, επέζησα εγώ και τρεις άλλοι.

(Staatsarchiv Munchen: εισαγγελία 21.131, κατάθεση Νικόλαου Ρούσκα, 15 Ιουνίου 1945).

Η Ελένη Χολέβα, σώθηκε κι αυτή απ’ το ολοκαύτωμα:

“Ένας μεγάλος αριθμός γυναικών και παιδιών οδηγήθηκαν σαν τα ζώα στη συνοικία μας. Τα μικρά παιδιά κρέμονταν στα φουστάνια μας και έκλαιγαν. Οι Γερμανοί τα έβριζαν. Μας έχωσαν στο υπόγειο του σπιτιού της οικογένειας Χολέβα και άρχισαν να πυροβολούν στο πλήθος. Μια σφαίρα πέτυχε το πορτοφόλι μου, μια άλλη το παιδί μου στο κεφάλι. Ο εγκέφαλος του κάλυψε το πρόσωπο μου. Έπεσα με το ακέφαλο πλέον παιδί μου στο πάτωμα. Ολόκληρο το σώμα μου είχε καλυφθεί από αίμα. Σε άτακτα χρονικά διαστήματα οι Γερμανοί επέστρεφαν και πυροβολούσαν στον σωρό των σωμάτων, επειδή άκουγαν τα κλάματα των παιδιών που είχαν καλυφθεί από τα πτώματα. Σε μια άλλη γωνιά αντίκρισα το άλλο μου παιδί κομματιασμένο. Ο βοριάς άρχισε να φυσά και το κελάρι γέμισε καπνό. Είχαν βάλει φωτιά στη σκεπή του σπιτιού.

Μια φλόγα άγγιξε το κεφαλάκι του παιδιού μου. Δεν μπορούσα πλέον να αναπνεύσω και χίμηξα προς την πόρτα”.

Ο δάσκαλος Χρήστος Παππάς, αφηγήθηκε ότι “το απόγευμα και καθώς οι Λιγκιάδες είχαν ήδη παραδοθεί στις φλόγες, το βουνό δέχτηκε εκ νέου πυρά από όλμους”. Ο λόγος ήταν νυφική πομπή Βλάχων που περνούσε στην πλαγιά της οροσειράς του Μιτσικελίου.

Ο Παππάς είχε διαφύγει προς το ύψωμα πριν πλησιάσουν οι ορεινοί καταδρομείς στο χωριό και κατάφερε να ειδοποιήσει έγκαιρα τους Βλάχους που είχαν κατασκηνώσει εκεί και φύλαγαν τα κοπάδια τους. Κανένας από τους καλεσμένους στον βλάχικο γάμο δεν έπαθε τίποτα.

“Επιχείρηση” έκαναν οι Γερμανοί και στο Στρούνι: “Το χωριό Στρούνι κατοικούνταν μόνο από γυναικόπαιδα και καταστράφηκε μόνο μερικώς για να προφυλαχθούν τα νεαρά κοπάδια βοοειδών και γιδοπροβάτων, καθώς και τα αποθέματα γεωργικών προϊόντων”.

Οι Γερμανοί έκαναν λόγο για “ασθενή εχθρική αντίσταση”, κάτι που δεν προκύπτει από πουθενά αλλού. Μάλιστα, σε συμπληρωματική αναφορά τους, αυτό δεν έχει εξαλειφθεί.

Τιμωρήθηκε κανείς για την σφαγή των Λιγκιάδων;

Από καταθέσεις Ελλήνων, προκύπτει ότι επικεφαλής της μονάδας που κατέστρεψε τους Λιγκιάδες, ήταν ο Καρλ (Μ) πάουερ. Ο “κανονικός” διοικητής της Καρλ Σουμάχερ, δήλωσε ασθένεια εκείνη τη μέρα (3/10), για να μην λάβει μέρος στη σφαγή. Ο (Μ)πάουερ “αφηγήθηκε με έπαρση την ηρωική του πράξη να σκοτώσει αντάρτες (σημ. παιδιά ηλικίας έως 11 ετών...) και να πυρπολήσει τα σπίτια τους. Παραδέχτηκε ότι σκότωσε και γυναικόπαιδα, αλλά είπε ότι αυτό του ήταν αδιάφορο!

Από ελληνικής πλευράς, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου εξετάστηκαν μάρτυρες της σφαγής στους Λιγκιάδες. Με βάση τις μαρτυρίες αυτές, ο διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου Α. Τούσσης, ζήτησε στις 18 Απριλίου 1956 από την εισαγγελία της Βόνης να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον των υπευθύνων. Έκανε όμως ένα τεράστιο λάθος. Έγραψε πως “η εξόντωση του χωριού Λιγκιάδες συνέβη στις 4 Ιουνίου 1943”.

Ανάμεσα στους κατηγορούμενος ήταν οι στρατηγοί Λαντς και Στέτνερ, ο ταγματάρχης Μάγερ, ο στρατιώτης Lendl (Λεντλ) και φυσικά, ο (Μ)πάουερ.

Και η εισαγγελία του Μονάχου έκανε ένα σοβαρό λάθος όμως. Ενώ τα εγκλήματα έγιναν από μέλη του 79ου Τάγματος, πίστευε ότι ο Μπάουερ υπηρετούσε στο 99ο Σύνταγμα. Έτσι, αυτός δεν εντοπίστηκε ποτέ.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, η εισαγγελία του Μονάχου ασχολήθηκε ξανά με τα εγκλήματα στους Λιγκιάδες. Ζήτησαν όμως από το Ομοσπονδιακό Αρχείο στο Φράιμπουργκ, να μάθουν αν το 79ο Τάγμα βρισκόταν μεταξύ της 10ης Ιουλίου και της 31ης Αυγούστου 1943 στα Γιάννενα και η απάντηση που έλαβε, ήταν φυσικά αρνητική... Είναι άγνωστο πώς η βαυαρική δίωξη εγκλήματος υπέπεσε τότε σε άλλο ένα βαρύ σφάλμα, γράφει ο Χ.Φ. Μάγερ. Και οι κατηγορίες κατά του στρατηγού Λαντς όμως, με το μοιραίο λάθος του Τούσση δεν μπόρεσαν να στηριχθούν. Ο Γερμανός απέδειξε ότι στις 4 Ιουνίου 1943, βρισκόταν στη Ρωσία, ως διοικητής στρατιάς και όχι στα Γιάννενα. Η υπόθεση έκλεισε και γι’ αυτόν στις 3 Φεβρουαρίου 1959.

Εξαιτίας (και) ενός ελληνικού λάθους, κανείς δεν τιμωρήθηκε για τη σφαγή των Λιγκιάδων.

Από όσους συμμετείχαν σ’ αυτή, μόνο ο τριανταοκτάχρονος, τότε, τραυματιοφορέας Felix Bourier, έδειξε μεταμέλεια. Στις 3 Οκτωβρίου 1947, έστειλε στον πρόεδρο της κοινότητας Λιγκιάδων μια συγκλονιστική επιστολή στην οποία εξέφραζε τη λύπη του για “την ωμή βία και την αδικία απέναντι στους αθώους πολίτες”. Ο Φέλιξ Μπουριέρ μετά τον πόλεμο έγινε μοναχός στο μοναστήρι Σέφτλαρν, πήρε το όνομα Μπάζιλ και πέθανε εκεί στις 7 Νοεμβρίου 1994.

Το 2014, ο τότε πρόεδρος της Γερμανίας Joachim Gauck, επισκέφτηκε τους Λιγκιάδες. Για πρώτη φορά Γερμανός αξιωματούχος, ζήτησε “συγγνώμη” για τα εγκλήματα των ναζί στην Ελλάδα...

Πηγή: ΧΕΡΜΑΝ ΦΡΑΝΚ ΜΑΓΕΡ, “ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ”, ΤΟΜΟΣ Β’, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2009

Ο Μάγερ, είχε χάσει τον πατέρα του, που ήταν στρατιωτικός, στην Ελλάδα, καθώς είχε σκοτωθεί από αντάρτες, και όπως έχουμε ξαναγράψει, δεν είχε λόγους να μεροληπτεί υπέρ της χώρας μας.





HUMBERT-LANZ_2
Ο στρατηγός Λαντς
ligas4_thumbnail
olokaftoma-ligkades570

https://www.protothema.gr/stories/article/937117/3-oktovriou-1943-i-sfagi-ton-ligiadon-ioanninon-mia-akomi-nazistiki-thiriodia-stin-ellada/