Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Ελλάδα: Η μόνη χώρα στην Ευρώπη που αποδέχεται τον ιερό νόμο του Ισλάμ!

Πως μία μουσουλμάνα από την Θράκη που δεν δικαιώθηκε από τον Άρειο Πάγο προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ενάντια στην Σαρία
Από την Αγγελική Μπούμπουκα
Η 65χρονη Σατιτζέχ Μόλα Σάλι, μια πιστή μουσουλμάνα, είναι η πρώτη Ευρωπαία πολίτης που προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Σαρία, του άγραφου Ιερού Νόμου του Ισλάμ.
 Όταν ο άντρας της πέθανε, το 2008, οι συγγενείς του προσέφυγαν στο τοπικό τους Ιεροδικείο και πέτυχαν, με μια απόφαση του μουφτή, να πάρουν μέρος της κληρονομιάς που της είχε αφήσει ο συζυγός της.
Κι αυτό δεν συνέβη σε μια μουσουλμανική χώρα, αλλά στην Ελλάδα, το μοναδικό ευρωπαϊκό κράτος στο οποίο εφαρμόζεται για τους πολίτες της ο Ιερός Νόμος του Ισλάμ και όπου λειτουργούν Ιεροδικεία.
Στην Κομοτηνή, όπου ζει η Σατιτζέχ Μόλα Σάλι, όπως και στην υπόλοιπη Δυτική Θράκη, μεταξύ των μουσουλμάνων δεν υπερχισχύει σε όλες τις υποθέσεις το Αστικό Δίκαιο και οι νόμοι που καθορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών, αλλά το εθιμικό ισλαμικό δίκαιο.
Βάσει αυτού ο εκάστοτε τοπικός ιεροδίκης (ένας από τους τρεις διορισμένους μουφτήδες της Ξάνθης, της Κομοτηνής και του Διδυμότειχου ή ένας από τους άλλους δύο εκλεγμένους από τη μουσουλμανική μειονότητα αλλά μη αναγνωρισμένους από το ελληνικό κράτος) επιλύει οικογενειακές διαμάχες ερμηνεύοντας το Κοράνι. Αυτό το νομοθετικό απολίθωμα σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, βασίζεται στις δεσμεύσεις της Ελλάδας από την Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 - ή μάλλον στην ερμηνεία τους από την ελληνική δικαιοσύνη-,
 που καθόριζε ότι μετά τη μαζική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, θα εξακολουθούσαν να προστατεύονται τα έθιμα που καθορίζουν τον τρόπο ζωής της μουσουλμανικής μειονότητας που έμεινε στη Θράκη.
Μέρος αυτών των εθίμων είναι και η εφαρμογή της Σαρία, σε ζητήματα που αφορούν το οικογενειακό δίκαιο. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης χήρας από την Κομοτηνή, για παράδειγμα, παρόλο που ο άντρας της είχε αφήσει διαθήκη σε συμβολαιογράφο κληροδοτώντας τα πάντα σε εκείνη, η διαθήκη δεν έγινε δεκτή από τον μουφτή της Κομοτηνής, στον οποίο προσέφυγαν οι συγγενείς του, αφού το Ισλαμικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει τη νομική δέσμευση μιας διαθήκης που έχει γίνει βάσει του Αστικού Δικαίου. Κι όταν η γυναίκα προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, το ανώτατο δικαστήριο επιβεβαίωσε (με μια απόφαση του 2013) ότι η Σαρία υπερισχύει της ελληνικής νομοθεσίας σε ένα τέτοιο ζήτημα.

Καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καλείται να κρίνει για πρώτη φορά έναν αναχρονισμό που πολλές φορές έχει επισημανθεί από νομικούς και άλλους κύκλους της Ελλάδας, χωρίς, ωστόσο, να έχει ανατραπεί. Το σπουδαιότερο ζήτημα που επισημαίνουν οι νομικοί είναι ότι η εφαρμογή της Σαρία μεταφράζεται σε αποφάσεις που καταπατούν στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, σε βάρος των γυναικών και των ανηλίκων. Οι περισσότερες αμφισβητούμενες υποθέσεις που έχουν γίνει γνωστές κατά καιρούς αφορούν συνάψεις γάμου ανηλίκων δι’αντιπροσώπου χωρίς οι ανήλικοι να ρωτηθούν, την αδυναμία των μουσουλμάνων γυναικών να πάρουν διαζύγιο αν δεν συμφωνήσει ο άντρας τους (ενώ ο ίδιος μπορεί να πάρει διαζύγιο ακόμη και λέγοντας τρεις φορές προφορικά στη γυναίκα του ότι την χωρίζει), αλλά και κληρονομικά ζητήματα που επιλύονται σε βάρος γυναικών ή ανηλίκων, όπως συνέβη στην περίπτωση της Μόλα Σάλι.
Επιπλέον, ακριβώς επειδή η Σαρία είναι ένα άγραφο εθιμικό δίκαιο, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τους κανόνες της και δεν μπορούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους ή να αμυνθούν. Όλα επαφίονται στην αυθεντία του μουφτή και στην ερμηνεία που θα δώσει κάθε φορά στο Κοράνι, για το πώς πρέπει να επιλυθεί ένα ζήτημα μεταξύ μουσουλμάνων.
Όπως συμπεραίνει ο Γιάννης Κτιστάκις, διακεκριμένος νομικός που έχει μελετήσει το ζήτημα, οι αποκλίσεις του Ιερού Νόμου του Ισλάμ με τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι και το ζήτημα που προκαλεί μεγαλύτερες συγκρούσεις από αυτές που προκαλούν οι διαφορετικές ερμηνείες που δίνει ένας μουφτής σε σχέση με ένα πολιτικό δικαστήριο. Ειδικότερα, στο βιβλίο του «Ιερός Νόμος του Ισλάμ και Μουσουλμάνοι Ελληνες Πολίτες», ο Γ.Κτιστάκις συμπεραίνει πως:

- Ο Ιερός Νόμος με τον τρόπο που εφαρμόζεται από τις Ιεροδίκες της Δυτικής Θράκης αντιπροσωπεύει το αναχρονιστικότερο κομμάτι του Ισλάμ.
- Η σύγχρονη ελληνική και διεθνής έννομη τάξη ελάχιστα περιθώρια αφήνουν για τη συνέχεια της εφαρμογής της Σαρία στη Δ. Θράκη. Πρόκειται για ένα απολίθωμα, που δεν εφαρμόζει καν τη Σαρία, αλλά αυτά που κατά την κρίση τους δικάζουν οι ιεροδίκες.
- Μεταξύ των τριών Ιεροδικείων της Δ. Θράκης εντοπίζονται διαφορετικές λύσεις - πράγμα που σημαίνει ότι δεν υφίσταται ενιαία ερμηνεία των κανόνων δικαίου.
- Ο Ιερός Νόμος προσκρούει σε δύο θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος, που αποτελούν και μέρος των διεθνών δεσμεύσεων της Ελλάδας: την αρχή της ισότητας των φύλων και την αρχή της υπεροχής του συμφέροντος του τέκνου.
Ο Γιάννης Κτιστάκις είναι σήμερα δικηγόρος της 65χρονης χήρας που προσέφυγε πριν από ένα χρόνο κατά της Σαρία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μιλώντας πρόσφατα για την υπόθεση στη γαλλική εφημερίδα “Le Monde”, εξήγησε πώς το ελληνικό κράτος αυτό-εγκλωβίστηκε σε αυτή την κατάσταση, για λόγους που σχετίζονται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις γεωπολιτικές ισορροπίες: «Η Συνθήκη της Λωζάνης δεν αναφέρει συγκεκριμένα τη Σαρία ή τον μουφτή. Το ελληνικό κράτος έδωσε αυτή την ερμηνεία. Το 1923, την εποχή του Ατατούρκ, η τουρκική κοινωνία ήταν πολύ προοδευτική και κοσμική. Έτσι η Ελλάδα, που ήταν ένα πολύ συντηρητικό Ορθόδοξο κράτος, αποφάσισε ότι η ενίσχυση των ισλαμικών νόμων θα βοηθούσε στη μείωση της κεμαλικής επιρροής στην τουρκόφωνη κοινότητα της Θράκης».

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Σαρία αποτέλεσε «ένα όργανο αντιμετώπισης της τουρκικής επιρροής, σε βάρος των γυναικών της μειονότητας, που είναι τα κυρίως θύματά της», εξηγεί ο ίδιος. Ακόμη και ο νόμος που επιβάλει από το 1990 να μεταφράζονται στα ελληνικά οι αποφάσεις των Ιεροδικείων (που παλιά καταγράφονταν μόνο στα τουρκικά ή στα αραβικά) ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η συνταγματικότητά τους, δεν εφαρμόζεταις την ουσία. «Τα ελληνικά δικαστήρια λειτουργούν σαν ληξιαρχεία, χωρίς ποτέ να ελέγχουν την ουσία των αποφάσεων», κάτι που δεν συμβαδίζει με το ρόλο της δικαιοσύνης, και είναι απαράδεκτο για την Ευρώπη, επισημαίνει ο Γ.Κτιστάκις: «Παραβιάζει ευθέως το ελληνικό Σύνταγμα και τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καθώς και τη Συνθήκη του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών».

Σαρία και στη Βρετανία

Μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση και να αποφανθεί επί του θέματος το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπολογίζεται ότι θα περάσουν δύο με τρία χρόνια. Η απόφασή του θα μπορούσε να είναι ιστορική, θέτοντας τέλος σε έναν αναχρονισμό. Δεν θα έλυνε, όμως, το πρόβλημα των συγκούσεων του ισλαμικού νόμου με τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρώπη, καθώς το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Όπως αποδυκνύεται στην πράξη, η χώρα μας δεν έχει την ευρωπαϊκή αποκλειστικότητα στην εφαρμογή της Σαρία, κι ας την αναγνωρίζει νομικά. Στη Μεγάλη Βρετανία υπολογίζεται πως λειτουργούν περί που 100 Ιεροδικεία βάσει της Σαρία, παρόλο που η βρετανική νομοθεσία δεν τους αναγνωρίζει καμία δικαιοδοσία. Η ύπαρξή τους δεν είναι καθόλου κρυφή. Το κεντρικό Ιεροδικείο της Σαρία στο Λονδίνο, για παράδειγμα, έχει επίσημη ιστοσελίδα και προσκαλεί ανοιχτά τους ενδιαφερόμενους να προσέρχονται για την επίλυση των διαφορών τους.
Όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, τα βρετανικά Ιεροδικεία της Σαρία αναλαμβάνουν κατά κανόνα υποθέσεις που άπτονται του οικογενειακού δικαίου. Όπως αναφέρεται, το 95% αφορά αιτήσεις διαζυγίου, ενώ το υπόλοιπο 5% αφορά αιτήσεις γνωμοδοτήσεων του μουφτή σε θέματα που άπτονται της καθημερινής ζωής των πιστών. Οι δε εμπλεκόμενοι στις σχετικές διαμάχες, προσέρχονται οικειοθελώς, και με τον ίδιο τρόπο αποδέχονται τις ποινές που τους επιβάλονται.
Κατά καιρούς ανακύπτουν ζητήματα σχετικά με τις αποφάσεις που εκδίδουν αυτά τα Ιεροδικεία, π.χ. για το αν ένας άντρας έχει το δικαίωμα να χτυπάει τη γυναίκα του, όπως αποφάνθηκε πρόσφατα ένας μουφτής. Όταν υπάρχουν διλήμματα ακόμη και για τέτοια θέματα, είναι σαφές ότι πολλές στοιχειώδεις μάχες για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν να δοθούν στο μέλλον ακόμη και σε κοινωνίες που υποτίθεται πως σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως υποτίθεται πως είναι οι ευρωπαϊκές.