Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

"Δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκίας". Καθώς το θείο βρέφος αντίκριζε τον κόσμο ως άνθρωπος, ο άγγελοι έψελναν για ειρήνη

Τις ημέρες των Χριστουγέννων, θυμόμαστε τα λόγια των αγγέλων, καθώς έψελναν το: "επί γης ειρήνη".
 Όμως 2000 χρόνια από τότε, ο κόσμος είναι βουτηγμένος στους πολέμους. Μήπως απέτυχε αυτός ο αγγελικός ψαλμός;
1. Άνθρωποι "ευδοκίας"
Καθώς το θείο βρέφος αντίκριζε τον κόσμο ως άνθρωπος, ο άγγελοι έψελναν για ειρήνη. Έτσι ρωτούν οι άνθρωποι που είναι μακριά από την εμπειρία της Εκκλησίας:
"Πού είναι η ειρήνη; Γιατί οι πόλεμοι και οι δυστυχίες συνεχίζονται; Τι άλλαξε εν τέλει, με τη γέννηση του Χριστού;"
Σε αυτά τα ερωτήματα θα απαντήσει το παρόν άρθρο.
Το πρώτο που πρέπει να πούμε, είναι τα λόγια των αγγέλων. Το βυζαντινό κείμενο που χρησιμοποιούμε συνήθως, τα αναφέρει ως εξής: "δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία" (Λουκάς 2/β: 14). Όμως, στην πραγματικότητα δεν το είπαν έτσι ακριβώς οι άγγελοι! Οι άγγελοι είπαν το εξής: "δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκίας".
Τα κριτικά κείμενα, (όπως για παράδειγμα το Νέστλε Άλαντ), έχουν εντοπίσει ως αρχαιότερα, τα κείμενα που στο τέλος της φράσης έχουν ένα "ς". Και παρά το ότι το Βυζαντινό κείμενο χωρίς το "ς", δεν αλλοιώνει το νόημα, (εφόσον και η ερμηνεία παραμένει η ίδια), κάνει τα λόγια των αγγέλων πιο δυσνόητα. Ας δούμε λοιπόν, τι σημαίνουν τα λόγια, ερμηνεύοντάς τα, σύμφωνα με την αρχαιότερη γραφή, που περιέχει το γράμμα "ς".
"Δόξα στον ύψιστο Θεό, και στη γη ειρήνη, σε ανθρώπους της ευδοκίας του Θεού" (ή στους ανθρώπους στους οποίους ευδόκησε ο Θεός).
Παρατηρούμε ότι δεν είναι μέτοχοι της ειρήνης όλοι οι άνθρωποι. Μέτοχοι της ειρήνης είναι ΜΟΝΟ οι άνθρωποι στους οποίους ο Θεός ευδόκησε.
Όμως γιατί δεν δίνεται αυτή η ειρήνη σε όλους τους ανθρώπους; Και πόσο σωστό είναι κάτι τέτοιο, εφόσον και δίκαιοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται όλους αυτούς τους αιώνες, από πολέμους και δυστυχία;
Για να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, πρέπει πρώτα να δούμε για τι είδους ειρήνη μιλούσαν οι άγγελοι. Γιατί οι άγγελοι δεν μιλούσαν για μια εγκόσμια ειρήνη, αλλά για κάτι πολύ διαφορετικό.
Ο Ιησούς Χριστός είχε μιλήσει για το είδος αυτό της ειρήνης, όπως καταγράφεται στο ευαγγέλιο του Ιωάννη:
"Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν· ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν. μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω" (Ιωάννης 14/ιδ: 27).
Αυτό σημαίνει σε ελεύθερη απόδοση: "Σας αφήνω ειρήνη. Σας δίνω τη δική μου την ειρήνη. Σας δίνω όμως ειρήνη, όχι όπως αυτή που δίνει ο κόσμος. Μη ταράζεται η καρδιά σας, και μη δειλιάζει".
Είναι προφανές εδώ, ότι η Χριστιανική ειρήνη, δεν έχει σχέση με την εγκόσμια ειρήνη, ούτε με την αποφυγή της δυστυχίας. Αλλά είναι μια εσωτερική κατάσταση ειρήνης, την οποία απολαμβάνουν οι άνθρωποι της ευδοκίας του Θεού.
Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός, ξεκαθάρισε, ότι δεν ήρθε στη γη για να φέρει εγκόσμια ειρήνη: "34 Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. 35 ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής· 36 και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού" (Ματθαίος 10/ι).
Είναι σαφές και εδώ, ότι η ειρήνη που θα έφερνε ο Χριστός, θα ήταν μια άλλου είδους, εσωτερική ειρήνη, που δεν αφορούσε τη σχέση μεταξύ ανθρώπων, ή τα δεινά που ίσως κάποιος αντιμετώπιζε στη ζωή του. Όταν για παράδειγμα θα στρέφονταν εναντίον του Χριστιανού τα μέλη της ίδιας του της οικογενείας, χάριν της πίστης του, αυτός θα είχε μια άλλη, εσωτερική ειρήνη, που θα τον κρατούσε γαλήνιο και θα τον βοηθούσε να τα υπομείνει όλα αυτά.
Ο απόστολος Παύλος, μας μιλάει για τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, που είναι: "αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια" (Γαλάτας 5/ε: 22, 23).
Εάν αυτά τα παραπάνω, (συμπεριλαμβανομένης και της ειρήνης), είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, σημαίνει μήπως αυτό, ότι έχουν το Άγιο Πνεύμα και οι μη Χριστιανοί; Γιατί και αυτοί εκδηλώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Φυσικά όχι! Χωρίς το Χριστιανικό βάπτισμα, το Άγιο Πνεύμα δεν δίνει αυτά τα χαρίσματα. Τα χαρίσματα αυτά όμως, δεν έχουν σχέση με τις "κατά κόσμον" αυτές ιδιότητες. Γιατί στη Χριστιανική πίστη, βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους, σε μια ανώτερη βαθμίδα, που οι άλλοι άνθρωποι δεν διανοούνται.
Εφόσον λοιπόν είναι αυτά τα χαρίσματα προϊόν της Χριστιανικής αναγέννησης, εξηγείται και ο λόγος που η ειρήνη του Θεού, (όπως και τα υπόλοιπα χαρίσματα), δεν δίνονται σε όλους. Δεν αποτελεί αυτό προσωποληψία από μέρους του Θεού. Γιατί ο καθένας είναι ελεύθερος να λάβει αυτά τα δώρα, αν συμπεριληφθεί στο Σώμα του Χριστού δια της αναγεννήσεως του αγίου βαπτίσματος, και συνεχίζει να καλλιεργεί τη Χριστιανική ζωή. Είναι δώρα που δίνει ο Θεός σε όλους όσους δέχονται και λαμβάνουν τον Χριστό ως κεφαλή τους. "Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού, οί ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν" (Ιωάννης 1/α: 12,13).
Έτσι εξηγείται και ο λόγος που ο Θεός δεν "ευδοκεί" σε όλους τους ανθρώπους. Η ευδοκία του Θεού, γίνεται σε λίγους μόνο ανθρώπους, αυτούς που ΘΕΛΟΥΝ να ανήκουν στο Σώμα του Χριστού. Είναι δηλαδή ευδοκία όχι μόνο του Θεού, αλλά και δική τους. Οι ίδιοι είναι αυτοί που "προσελκύουν" την ευδοκία του Θεού, ανάλογα με την προαίρεσή τους απέναντι στην πίστη και τον Θεό.
Ακόμα και το Βυζαντινό κείμενο, (χωρίς το "ς"), λέει: "και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία". Δεν λέει "εν ΤΟΙΣ ανθρώποις". Δεν χρησιμοποιεί εκεί το οριστικό άρθρο. Λέει: "εν ανθρώποις". Αυτό σημαίνει ότι και χωρίς την πρωτογενή του μορφή, το χωρίο δεν μιλάει για ευδοκία σε όλους τους ανθρώπους, αλλά σε κάποιους μόνο από αυτούς. Και ποια θα ήταν η ευδοκία προς αυτούς; Φυσικά η "ειρήνη". Μιλάει λοιπόν για μια ειρήνη που δίνεται επιλεκτικά, "τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού" και αναγεννώμενους Χριστιανούς.
Γι' αυτή την ειρήνη, λέει ο απόστολος Παύλος: "η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τας καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστω Ιησού" (Φιλιππισίους 4/δ: 7). Πρόκειται για μια ειρήνη ανώτερη από κάθε νου, γιατί είναι η ίδια η ειρήνη του Θεού. Έχοντας αυτή την ειρήνη, ο άνθρωπος ακόμα και αν βρίσκεται εν μέσω πολέμου και δυστυχίας, εν μέσω δυσκολιών και διωγμών, πάντα έχει μια εσωτερική γαλήνη. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: "Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία· πιστεύετε εις τον Θεόν, και εις εμέ πιστεύετε. 2 εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισιν· ει δε μη, είπον αν υμίν· πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν· 3 και εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε. 4 και όπου εγώ υπάγω οίδατε, και την οδόν οίδατε" (Ιωάννης 14/ιδ). Και ο Χριστιανός γνωρίζει, ότι αυτός ο κόσμος, αυτή η ζωή, δεν είναι όλα όσα υπάρχουν. Γνωρίζει, ότι ΕΧΕΙ, (από τώρα), ένα σπίτι μαζί με τον Θεό. Και δεν αφήνει τίποτα να του "ταράξει την καρδιά". Ξέρει ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Θεού. "31 ...ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ’ ημών;... Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; 36 καθώς γέγραπται ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. 37 αλλ’ εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς. 38 πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα 39 ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστω Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμαίους 8/η).
ΤΙΠΟΤΑ στον κόσμο αυτό, δεν είναι δυνατόν να αδικήσει τον Χριστιανό. Καμία δυστυχία, και καμία δύναμη. Και ο Χριστιανός που νιώθει τη συνείδησή του καθαρή ενώπιον του Θεού, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Όταν οι άλλοι πανικοβάλλονται και τρομάζουν, εκείνος ΠΙΣΤΕΥΕΙ. Όταν οι άλλοι δυστυχούν, εκείνος ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ. Όταν οι άλλοι απελπίζονται, εκείνος ΕΛΠΙΖΕΙ. Η εσωτερική του ειρήνη είναι ανεξάντλητη.
Ναι, λοιπόν. Ο Χριστός έφερε ειρήνη. Μα όχι σε όλους. Μόνο σε όσους ευλαβούνται το όνομά Του. Σε όσους "εξέλεξε προ καταβολής κόσμου, να είναι άγιοι και ακηλίδωτοι μπροστά Του, με αγάπη, και τους προώρισε σε υιοθεσία, δια Ιησού Χριστού, κατά την ευδοκία του θελήματός Του" (Εφεσίους 1/α: 4, 5).
Ν. Μ.
 
2. Απόσπασμα από το σχολιολόγιο τού Τρεμπέλα
(Λουκάς 2/β: 14. Σελ. 93-96)
(1) Δύο κύριοι τρόποι συντάξεως και διαιρέσεως του ύμνου τούτου:
Δύναται να διαιρεθεί η εις δύο η εις τρεις προτάσεις και η διαφορά αυτή της συντάξεως συνδέεται προς διάφορόν τινα γραφήν, υιοθετηθείσαν υπό πολλών νεωτέρων.
Αύτη είναι "ευδοκίας" αντί "ευδοκία".
Εάν δεχθώμεν την γραφήν ταύτην, τότε ο ύμνος αποτελείται από δύο και ουχί από τρεις προτάσεις (g) = Δόξα (εστίν ή έστω) εν ουρανοίς Θεώ και επί γης ειρήνην εν ανθρώποις, εν οις ηυδόκησεν ο Θεός. Ούτω δε κατά τους ερμηνευτάς τούτους προκύπτει ακριβής παραλληλισμός επί γης, τον Θεόν και εν ανθρώποις (δ).
Το πλείστον των νεωτέρων ερμηνευτών δέχονται την σύνταξιν και διαίρεσιν ταύτην πρώτον μεν δια την γενικήν προτίμησιν των γραφών των Αλεξανδρινών μεγαλογραμμάτων κωδίκων, δεύτερον δε δια τον επιτυγχανόμενον παραλληλισμόν μεταξύ των ούτω προκυπτόντων δύο ημιστιχίων.
Αλλ' η γραφή ευδοκία στηρίζεται επί 15 μεγαλογραμμάτων κωδίκων, μεταξύ των οποίων και δύο, οίτινες συνήθως ακολουθούν τα Αλεξανδρινά Χειρόγραφα.
Εξ άλλου η φράσις «άνθρωποι ευδοκίας» τι σημαίνει; Σημαίνει άνθρωποι εμπνεόμενοι υπό αγαθής θελήσεως και εμψυχούμενοι υπό της αγάπης τον καλού;
Η έννοια αυτή ήκιστα συνάδει προς τα συμφραζόμενα, δια των οποίων μόνος ο Θεός και η ευσπλαγχνία αυτού δοξάζεται. Κατ' ανάγκην λοιπόν πρέπει να εκλάβωμεν την φράσιν ως σημαίνουσαν ανθρώπους, εις ους ο Θεός δεικνύει την αγαθήν θέλησίν του.
Αλλ' όταν η λέξις άνθρωπος ή ανήρ συνδέεται ούτω μετά γενικής το αντικείμενον ή η γενική σημαίνει πάντοτε ιδιότητα αυτού τούτου τού ανθρώπου. (Παράβαλλε: "ανήρ ελέους" (Σοφ. Σειρ. μδ 10), "άνθρωπος αμαρτίας" (Β΄ Θεσ. β΄ 3), "τέκνον απωλείας", "υιός οργής" κλπ). (g).
Η έννοια τον όλου ύμνου άλλως υπ' άλλων απεδόθη.
Πρώτη εκδοχή: «Δόξα [έστω ή είη] τω Θεώ, επί γης γαρ ειρήνη νυν γέγονε… . και εν τοις ανθρώποις ευδοκία [γέγονε] τουτέστι επανάπαυσις τού Θεού. Επανεπαύθη γαρ ο Θεός νυν και ευηρεστήθη εν τοις ανθρώποις, ος πρώην γε, ουκ ηυδόκει ουδέ ηρέσκετο εν τοις ανθρώποις» (Θφ).
«Ίνα μάθης, ότι δια τούτο δοξάζουσι τον Θεόν, επειδή απέλαβεν η γη τα αγαθά επήγαγον και την αιτίαν, "Επί γης ειρήνη" λέγοντες, εν ανθρώποις ευδοκία, τοις εκπεπολεμωμένοις, τοις αγνώμοσι» (X).
Συναφής και η: «Ύμνος εν ουρανοίς τω Θεώ… διότι και επί γης ειρήνη γέγονεν, η εν ουρανοίς πολιτευομένη, ειρηνευόντων ήδη και των ανθρώπων προς τον Θεόν. Ή διότι και επί γης ώφθη ο υιός του Θεού, ος εστιν ειρήνη τού κόσμου».(Ζ).
Δευτέρα εκδοχή: Δόξα ας είναι εις τον Θεόν εν τοις υψίστοις και επί της γης είθε να είναι ειρήνη· αφού υπάρχει η ευαρέσκεια και αγαθή θέλησις του Θεού μεταξύ των ανθρώπων (b).
Δια τας δυο πρώτας προτάσεις φυσικώτερον φαίνεται να υπονοήσωμεν την ευκτικήν "είη". Οι άγγελοι ζητούν ίνα από ουρανού εις ουρανόν μέχρι του θρόνου του Θεού τα μακάρια πνεύματα τονίσουν ύμνον δοξολογίας προς τον Θεόν και ίνα επί της γης της τεταραγμένης υπό της αμαρτίας και τόσων αγώνων καταβή επί τέλους η θεία ειρήνη.
Τέλος εις την τρίτην πρότασιν παρέχεται η δικαιολογία των δυο προηγηθεισών ευχών. Παρέχεται ο λόγος δι' ον οφείλεται ύμνος εις τον Θεόν εν τοις ουρανοίς και ο λόγος της ειρήνης επί της γης: Ο Θεός εξεδήλωσε λαμπρώς την αγαθήν του θέλησιν και διάθεσιν, ην έχει περί των ανθρώπων (g).
Τρίτη εκδοχή: Οι άγγελοι απευθύνονται προς τον γεννηθέντα Μεσσίαν λέγοντες: Δόξα ήτοι αιτία δόξης είσαι συ τω εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Ήτοι δια σε δοξασθήσεται εν ουρανοίς ο Θεός, δια σε ειρηνεύσει η γη, δια σε ευδοκήσει ο Θεός εν ανθρώποις (δ).
Η δευτέρα εκδοχή ευστοχωτέρα.
(2) εν υψίστοις τόποις ή μέρεσιν. Η λέξις ισοδυναμεί τω "εν ουρανοίς" (δ). «Ύμνος εν ουρανοίς» (Ζ) δόξα αποδιδόμενη τω Θεώ εν τοις ουρανοίς υπό των αγγέλων (Meyer). «Ουδενός γαρ έστι των επί γης αναπέμπειν την επί τη καταβάσει του υψίστου [αρμόζουσαν και ανταξίαν] δοξολογίαν, μόλις δε των εν ύψει δυνάμεων, αίτινες δια τού ανυμνείν τον ύψιστον μάλλον υψούνται. Δια μεν γαρ του ειπείν μετ' επιτάσεως Εν τοις υψίστοις ενέφηναν την πασών υψηλοτέραν δόξαν οφειλομένην αναπέμπεσθαι τω Χριστώ και ως ότι αι εν ύψει πασών των δυνάμεων, δύνανται ποσσώς υμνολογήσαι τον Χριστόν (Ω).
Οι εν ουρανοίς άγγελοι, μολονότι η γέννησις τού Μεσσίου δεν ενδιέφερεν αυτούς αμέσως, θα αναπέμψουν δόξαν προς τον Θεόν. (Πρβλ. Αποκ. ε΄ 11, 12). Δόξα εις τον Θεόν, του οποίου η έννοια και η αγάπη συνέλαβεν ως σχέδιον και έφερεν εις πέρας την χάριν ταύτην· και τού οποίου η σοφία ωκονόμησεν ούτω τα πράγματα ώστε ουδέν των θείων ιδιωμάτων να δοξάζηται εις βάρος τού άλλου, αλλ' η δόξα να αναφέρεται εις όλας τας θείας ιδιότητας· και εις την αγαθότητα και εις την αγιότητα και εις την δικαιοσύνην και εις την σοφίαν τού Θεού.
Δόξα εν υψίστοις Θεώ. Βεβαίως και αδιαμφισβητήτως η δόξα τού Θεού ούτε να αυξηθή ούτε να μειωθή είναι δυνατόν. Αλλά καθ' όσον τα πλάσματά του γνωρίζουν περισσότερον αυτόν, τόσον περισσότερον κινούνται εις θαυμασμόν και αίνον των απείρων τελειοτήτων του.
Ούτω και οι άγγελοι τώρα δια της δοξολογίας των ταύτης, διακηρύττουν, ότι η σάρκωσις του Υιού του Θεού υπήρξε νέα αποκάλυψις εις αυτούς· νέα φανέρωσις εις αυτούς τού εν τω Θεώ ανεξερεύνητου πλούτου της σοφίας, της δυνάμεως, της αγάπης.
Η άπειρος συγκατάβασις του Υιού τού Θεού, όστις ήδη εγένετο και άνθρωπος, όπως υπήρχεν αϊδίως και Θεός, και εταπείνωσεν εαυτόν δια της κενώσεως και συγκατέβη μέχρι τού να αναλάβη ως ιδικήν του την φύσιν ημών, ήτο μέχρι της στιγμής ταύτης το άγνωστον εις τους αγγέλους μυστήριον, το οποίον ανακαλυπτόμενον ήδη κινεί αυτούς εις δοξολογίαν και αίνον τού παναγίου και πανσόφου Θεού.
(3) Ουχί απλώς εν τη Ιουδαία, αλλ' ούτε πλέον μόνον εν τοις ουρανοίς (b).
(4) «Ημείς γαρ οι τάλανες τοις τον δεσπότου θελήμασι τας εαυτών επιθυμίας ανταναστήσαντες πολεμίων εν τάξει γεγόναμεν αυτώ. Λέλυται δε τούτο δια του Χριστού. Και γαρ εστίν αυτός η ειρήνη ημών, και συνήψεν ημάς δι' εαυτόν τω Θεώ και Πατρί, την εχθροποιόν αμαρτίαν εκ μέσον τιθείς και δικαιών εν πίστει και καλών εγγύς τους όντας μακράν. Και καθ' έτερον δε τρόπον κτίσας τους δύο λαούς εις ένα καινόν άνθρωπον, ποιών ειρήνην και αποκαταλλάττων αμφοτέρους εν ενί σώματι προς τον Πατέρα. Ευδόκησε γαρ ο Θεός και Πατήρ ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν αυτώ, συνείραί τε τοις άνω τα κάτω, και αγέλην αποφήναι μίαν, τους τε εν ουρανώ και επί γης» (Κ).
Πράγματι δε «δια τού "επί γης ειρήνη" το ειρηνοποιηθήναι δια της επιδημίας του Χριστού είτε τα επί της γης, είτε τα εν ουρανώ παρίσταται. Επεί γαρ εζήτουν οι τού Θεού άγγελοι εχθρούς βλέποντες τους ανθρώπους δια τας αμαρτίας, φίλους αυτούς ποιήσαι και πεποιήκασι τα παρ’ εαυτοίς, ίνα αυτούς θεραπεύσωσιν, οι δε ουδέν ήττον ουκ ιάθησαν, ιδόντες τον ιασόμενον δοξάζουσι και επί γης ειρήνη λέγουσι» (Ω).
Ο Χριστός ειρήνευσε τον άνθρωπον μετά τού Θεού. Ο άνθρωπος λόγω των κακών έργων του είχεν αποξενωθή από τον Θεόν και επειδή έβλεπεν, ότι δια των έργων του δεν ηγάπα τον Θεόν, εφοβείτο, ότι ο Θεός τον εμίσει. Αλλ' ήδη εγεννήθη παιδίον, το οποίον έμελλε να "αποκτείνη την έχθραν" ήτις ενυπήρχεν εν τη καρδία τού ανθρώπου και θα προσείλκυε και πάλιν δια της εξιλαστηρίου θυσίας του το ρεύμα της θείας αγάπης επί τον αμαρτωλόν.
Αλλ' ο άνθρωπος δεν διετέλει εν ειρήνη ουδέ προς τους αδελφούς του. Η ιδιοτέλεια και φιλαυτία είναι η ρίζα όλων των διαιρέσεων επί της γης, από τους ασήμαντους διαπληκτισμους, οίτινες διαταράττουν την ειρήνην των χωρίων μέχρι των καταστρεπτικών πολέμων, οίτινες ερημούσι την γην.
Αλλά το βρέφος της Βηθλεέμ ήλθεν ίνα εκριζώση την ιδιοτέλειαν από τας καρδίας των ανθρώπων και αντ' αυτής να εμφυτεύση εις αυτάς το φυτόν της αγάπης. Οσονδήποτε δε και αν είναι μακράν η ημέρα, θα έλθη όμως αύτη ασφαλώς, οπότε τα έθνη δεν θα γνωρίσουν εις το εξής τον πόλεμον, οι άνθρωποι δε βαθμηδόν θα συναδελφούνται υπό Πατέρα και προστάτην τον Θεόν.
(5) Κατά την γραφήν ευδοκίας: «Το δε εν ανθρώποις ευδοκίας φασίν αντί τού: "επιθυμητικώς έσχεν ο Θεός τον ευεργετήσαι τους ανθρώπους· ευδοκείν γαρ εστί το σφόδρα επιθυμητικώς προς τι έχειν» (Ω).
Άνθρωποι ευδοκίας = άνθρωποι, τους οποίους η θεία εύνοια ηυλόγησε (ρ).
Η γραφή ευδοκία = η επί γης ειρήνη προέρχεται εκ της αγαθής θελήσεως τού Θεού (L).
Ο όρος ευδοκία τίθεται εις δήλωσιν της θείας ευνοίας προς τους ανθρώπους, προβαλλόμενης ουχί ως τού αποτελέσματος, αλλ' ως της αιτίας της σωτηρίας των ανθρώπων (g).
Ου μόνον ειρήνη επί γης, άλλα και χάρις· ου μόνον συγχώρησις, άλλα και πάσα ευλογία, απορρέουσα εκ της αγαθής θελήσεως και ευνοίας τού Θεού προς τους ανθρώπους.
Δεν δύναταί τις να ελπίζη άλλο τι τόσον αγαθόν, τόσον μέγα, τόσον υψηλόν, από το να είναι αδελφός τον αϊδίου Υιού και τέκνον του αϊδίου Πατρός και από το να έχη εν εαυτώ το αΐδιον Πνεύμα ενσωματούν και συνενούν αυτόν μετά του Χριστού ως αληθές μέλος τού Υιού.