Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Γενοκτονία Ποντίων: Μαρτυρίες-ντοκουμέντα

Ήρθαμε στην Ελλάδα πεινασμένοι, διψασμένοι.
 Τα παιδιά πέθαιναν στα χέρια μας από την πείνα.
Στις 19 Μαΐου, 1919 με την αποβίβαση του Κεμάλ Ατατούρκ στη Σαμψούντα,

άρχισε η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.

Συγκλονιστικές μαρτυρίες από το ταξίδι της προσφυγιάς, από την προσπάθεια για επιβίωση και από την έλευση στη "νέα πατρίδα" (Vids)
 
Adtech Ad
Ήταν 19 Μαΐου, 1919 όταν άρχισε η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. 353.000 Έλληνες από τον μικρασιατικό Πόντο εξοντώθηκαν την περίοδο 1916-1923. Οι Τούρκοι με τη γενοκτονία των Ποντίων, τις λεηλασίες, τις πυρπολήσεις των χωριών, τους απαγχονισμούς και τους εκτοπισμούς που ακολούθησαν, κατάφεραν να αλλοιώσουν τον εθνολογικό χαρακτήρα των περιοχών.
 
AdTech Ad

Από τις αρχές του 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στη γενοκτονία υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του Κεμάλ.
Η γενοκτονία των Ποντίων είναι αναγνωρισμένη ως τέτοια επισήμως από τέσσερα κράτη, την Ελλάδα με νόμο του 1994 (με μεγάλη ομολογουμένως καθυστέρηση), τη Σουηδία με υπερψήφιση στο Σουηδικό κοινοβούλιο στις 11 Μαρτίου 2010, την Αρμενία τον Μάρτιο του 2015, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων και την Ολλανδία, μαζί με τη γενοκτονία των Αρμενίων και Ασσυρίων, στις 9 Απριλίου 2015. Από την άλλη πλευρά, το Τουρκικό κράτος αρνείται κατηγορηματικά μέχρι σήμερα πως υπήρξε γενοκτονία και αποδίδει τους θανάτους σε παράπλευρες απώλειες πολέμου, στον λιμό που προέκυψε από την εισβολής των Ρώσων στη βόρεια Τουρκία και σε εμφύλιες αναταραχές.
Το 1923 σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης, πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων και μέσα στη συμφωνία της συνθήκης περιλαμβανόντουσαν και οι χριστιανοί (ελληνόφωνοι ή μη) κάτοικοι του Πόντου, όπως και αυτοί της υπόλοιπης Μικράς Ασίας. Η πλειονότητα των Ποντίων προσφύγων που ήρθαν τότε στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης ενώ πολλοί κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ. Οι Πόντιοι που είχαν αλλαξοπιστήσει προς το Ισλάμ παρέμειναν στη Τουρκία.

 


Το πρώτο μεγάλο κύμα προσφύγων από τον Πόντο μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ακολούθησε τους λοιπούς ανταλλάξιμους από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη και εγκαταστάθηκε σταδιακά στην Ελλάδα ενώ μέρος των προσφύγων κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση ή τις ΗΠΑ. Οι συνθήκες ταξιδιού και κράτησης των προσφύγων στις καραντίνες των κέντρων ελέγχου στην Μακρόνησο, τη Σαλαμίνα ή την Καραμπουρνού οδήγησε στην απώλεια αρκετών χιλιάδων ατόμων, όπως γράφει ο Βλάσης Αγτζίδης.
Επίσης, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το μεγαλύτερο μέρος από το σχεδόν μισό εκατομμύριο Ελληνοπόντιων και Μαριανουπολιτών της Σοβιετικής Ένωσης κατέφυγε στην Ελλάδα. Η κατάσταση για αυτούς υπήρξε ακόμη δυσχερέστερη, καθώς με την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα περιθωριοποιήθηκαν κοινωνικά με τον αντιποντιακό ρατσιμό να ανθίζει εκ νέου. Το αδόκιμο εθνικό επίθετο "ρωσοπόντιος" είναι δείγμα της απαξιωτικής και απορριπτικής στάσης των ελλαδιτών μπροστά στους νεοαφιχθέντες, που υιοθετήθηκε και από απογόνους των Πόντιων και Μικρασιατών προσφύγων του 1922.
Τέτοιο κλίμα δυσχέραινε η απουσία κρατικού σχεδίου αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης ακόμη και γνώσης του ζητήματος, που έγινε εμφανής με την αδράνεια της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αμπχαζίας.
Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β’, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30: Η βρισιά "τουρκόσπορος" μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως "σκατοουγλούδες", "παληοαούτηδες" κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα".
Η αρχική φιλοβενιζελική στάση των προσφύγων αναιρέθηκε σταδιακά, αρχικά με την προβληματική απόδοση των περιουσιών των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων κι έπειτα με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συνθήκης της Άγκυρας (1930), η οποία παρέδιδε οριστικά την κυριότητα των περιουσιών των Ποντίων και Μικρασιατών στο τουρκικό κράτος.

Κυνηγημένοι παντού

 
Η αποξένωση των προσφύγων κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον φόβο του ελλαδικού πολιτικού συστήματος για την εξάπλωση του κομουνισμού κι επηρέασε ιδιαίτερα τους Πόντιους της Σοβιετικής Ένωσης, όπως γράφει ο Γιώργος Μαυρογορδάτος στο βιβλίο του "1915 ο εθνικός διχασμός".
Η αντιμετώπισή τους από πλευράς των ντόπιων Ελλαδιτών υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή. Προβλήματα οικονομικής (εκ νέου η τύχη των έρημων ιδιοκτησιών των μουσουλμάνων κυρίως της Μακεδονίας και της Κρήτης), ιδεολογικής (οι συντηρητικοί και φιλοβασιλικοί έβλεπαν στους πρόσφυγες τους πιστότερους ψηφοφόρους του Ελευθέριου Βενιζέλου) και πολιτισμικής φύσης (η ξεκάθαρη διάσταση εμπειριών, γλώσσας και εθίμων) προκάλεσαν πολλά επεισόδια κατά τα οποία οι πρόσφυγες σε ολόκληρη την Ελλάδα έγιναν θύματα ρατσιστικών και εγκληματικών ενεργειών.  Από τον διωγμό και τον ξεριζωμό λοιπόν, στην προσπάθεια επιβίωσης σε μια νέα, και όχι και τόσο φιλόξενη, πατρίδα.
 

Το βίντεο που επιμελήθηκε η Ένωση Ποντιακής Νεολαίας Αττικής:

Το βίντεο, όπως αναφέρεται από τη Νεολαία Ποντίων Αττικής, είναι ένας φόρος "τιμής στους γεννοκτονημένους λαούς. Στους 353.000 Έλληνες του Πόντου, 700.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας , 700.000 Ασσύριους και 1.500.000 Αρμένιους αλλά και σε αυτούς που δεν πρόλαβαν να γεννηθούν".
Ακούγεται η αφήγηση της Παρθένας Πουαρίδου από τον Ανατολικό Πόντο και το Χαψίκιοϊ της περιφέρειας Τραπεζούντας. Η Παρθένα Πουαρίδου είχε ζήσει τον ξεριζωμό:
"Εμείς όταν ξεκινήσαμε από την πατρίδα για να φύγουμε για την Ελλάδα, τίποτα πολύ τα έχασα, τίποτα δεν σκέφτηκα να πάρω. Την εικόνα είπα ας πάρω και τα άγια λείψανα να μας προστατεύουνε στους δρόμους. Και με εκείνα ήρθαμε εδώ στην Ελλάδα. Και το τι τραβήξαμε, τις ταλαιπωρίες, τις φτώχιες, τα βάσανα, ο Θεός μόνο τα ξέρει...".

 

Στη συνέχεια διηγείται η Κυριακή Σεϊτανίδου Αβραμίδου από τον Δυτικό Πόντο και το Σαμουντά Τσουραχμάν της περιφέρειας της Σαμψούντας:
"Εγώ τον χρόνο που θα πήγαινα στο σχολείο, στην πρώτη τάξη, έκαψαν τα χωριά μας. Οι Τούρκοι, ο Τοπάλ Οσμάν. Όπως ας πούμε από τη Δράμα και εδώ μεριά, Καβάλα, όλα τα έκαψαν μέχρι τη Σαμψούντα δηλαδή. Έδινε και η Αμερική στον Έλληνα πολυβόλα, έδινε και στους Τούρκους και είχαν μάτι, βλέψεις στην θάλασσα οι Αμερικανοί. Και έλεγαν βρισιές Τούρκων στους Έλληνες, τάκα τάκα ρίχνανε τα πολυβόλα και τα όπλα. Έλεγε ο πατέρας μου, ποιος ξέρει τι θα μας κάνουν πάλι... Πήγε και έκοψε τα εισιτήρια και με το δεύτερο καράβι φύγαμε. Ένα τσουβάλι στον ώμο και ένα που καθόμασταν. Νύχτα μέρα με εκείνα πολεμώ και ξημερώνω. Μοναχή μου κάθομαι εδώ και τι κάνω; Δεν βλέπεις, τα μάτια μου πάντα δακρυσμένα είναι".

Το παρακάτω βίντεο επιμελήθηκε η Ένωσης Ποντίων Δροσιάς, με μαρτυρίες επιζώντων

                           

"Ήρθαμε στην Ελλάδα πεινασμένοι, διψασμένοι. Τα παιδιά πέθαιναν στα χέρια μας από την πείνα. Και τί καταλάβαμε που ήρθαμε εδώ; Τίποτα... Μόνο φασαρίες. Εμείς στην Τραπεζούντα, βασιλιάδες ήμασταν. Εδώ; Για Τούρκους μας είχανε. Μουσουλμάνους. Όταν μας έλεγαν Μουσουλμάνους, ε τρελαινόμασταν", λέει η Δ. Μασκαλίδου, πρώην κάτοικος της Χωρομάνας Πόντου.
"Όταν ήρθα εδώ στην Ελλάδα, οι Έλληνες Τουρκόσπορους μας φώναζαν. Να τα λέμε έξω από τα δόντια", αναφέρει ο Ανδρονικίδης Κωνσταντίνος από τη Γαλίαινα της περιοχής Ματσούκα, της Τραπεζούντας.

Οι "Μαρτυρίες" το ντοκιμαντέρ του Νίκου Καβουκίδη (παραγωγής 1975):

       
                  

Σενάριο / Σκηνοθεσία: Νίκος Καβουκίδης, Έτος παραγωγής: 1975 / Αφηγητές: Αρσένη Κιττυ, Λιονάκης Στέλιος, Ελληνούδη Αριστούλα, Κλάβας Νίκος, Ρουμπου Σοφία, Αρμαος Νίκος, Τσαγκας Χρήστος / Μουσική : Μίκης Θεοδωράκης, Διονύσης Σαββόπουλος.

Ο Χάρης Τσιρκινίδης στο βιβλίο "Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντο" αναφέρει την μαρτυρία του θείου του Ευριπίδη, όπως δημοσιεύεται από το pontos-news:

 
"Με πολλά βάσανα επιτέλους φτάσαμε στην Κερασούντα . Η πόλη ήταν γεμάτη από ρακένδυτους πρόσφυγες που έφυγαν από την τρομοκρατία των Τούρκων της υπαίθρου και συγκεντρώνονταν στις πόλεις. Εκεί, στην Κερασούντα, μας προειδοποίησαν οι συμπατριώτες μας ότι μαζεύουν όλους τους Έλληνες και τους μεν μεγάλους τους κλείνουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να τους εξορίσουν κάθε φορά που συμπλήρωνε ο αριθμός των 250 ατόμων, τους δε μικρούς τους οδηγούν με μικρά καΐκια σ΄άγνωστα μέρη.
Στην εκκλησία δεν συμπληρώθηκε ποτέ ο αριθμός 250, γιατί εκεί χωρίς φαγητά , χωρίς νερό, μέσα στις ίδιες τους τις ακαθαρσίες, σε λίγες μέρες πέθαιναν οι περισσότεροι. Με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε εγώ και ο αδελφός μου να μεταφέρουν τα παιδιά λίγο παρά έξω από την Κερασούντα κι εκεί να τα παραδίδουν στους άγριους Τσέτες αντάρτες. Αυτοί τα άρπαζαν από τα πόδια και χτυπούσαν τα κεφάλια τους πάνω στα μεγάλα βράχια της ακτής , μέχρι να πεθάνουν".

 

Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδωσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη:
Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:
"Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Άλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια και σε στάβλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δουν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκόπανους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την "πατριωτική" του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρος την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

 

Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελαμένες, έσφιγγαν, αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".
Πληροφορίες: Αγτζίδης, Βλάσης, "Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης, ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη". Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010