Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Ιερατικὸ καθῆκον ἀποτελεῖ ἡ τήρηση τῶν ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων




Προς το Χριστεπώνυμο Κλήρο και Λαό,

Ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος ὁ ἱερὸς κλῆρος καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ ὑπομένουν μὲ καρτερία τὰ δεινὰ τῶν ἐπανειλημμένων προκλήσεων καὶ τῶν προσβολῶν στὴν ἁγία καὶ ἄμωμη πίστη του ἐπ’ ἀφορμῆ τῶν ἑκάστοτε λαμβανομένων μέτρων πρὸς αντιμετώπιση τῆς λοιμώδους νόσου τοῦ κορωνοϊοῦ. 
Τὰ μέτρα αὐτὰ χαρακτηρίσθηκαν κυρίως ἀπό τὴν ὁλοτελῆ ἀπαγόρευση τῆς εἰσόδου τῶν πιστῶν στοὺς ἱερούς ναοὺς, ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ τῆς ὑποχρεωτικῆς χρήσεως προσωπίδων ἐντὸς τῶν ναῶν, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ (ἀπὸ τὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου καὶ ἐντεῦθεν) ἑνὸς περιορισμένου (ἰσχνοτάτου) ἀριθμοῦ εἰσερχομένων στοὺς ναοὺς πιστῶν. 
Ταὐτοχρόνως δὲ παρατηρήθηκε καὶ τὸ φαινόμενο εξόφθαλμα παρανόμων ἐξ ἐπόψεως ποινικοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλα βλασφήμων, ποινικῶν διώξεων εἰς βάρος ἱερέων, ἐπειδὴ μετέδωσαν τὴν Θεία Κοινωνία πρὸς τοὺς ἐπὶ τούτου ἀναμένοντας ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία πιστούς, ποὺ συνετελέσθησαν μάλιστα κατὰ τὴν ἄκρως ὀνειδιστικὴ καὶ εξευτελιστικὴ διαδικασία τοῦ αὐτοφώρου, δεῖγμα ἁπτὸ τοῦ αὐταρχικοῦ καὶ ἀνορθολογικοῦ τρόπου δράσεως καὶ λειτουργίας τῶν διωκτικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, οἱ ὁποῖες ἐντελῶς ἀπερίσκεπτα ἐκτελοῦν τὶς προδήλως παράνομες καὶ ἀντισυνταγματικὲς περὶ τὴν ἀπαγόρευση τῆς Θείας λατρείας κυβερνητικὲς ἐντολὲς.

Μέσα σ’ αυτὸ τὸ πλαίσιο προσβολῆς τῆς Θείας λατρείας ἐντάσσεται καὶ ἡ προεξαγγελία τῆς κυβερνήσεως περὶ τῆς τελέσεως τῆς ἱερᾶς ἀκολουθίας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μεταξὺ 9ης καὶ 10ης βραδυνῆς ὥρας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.

Ὅπως ἀνεμένετο, ἡ ἐν λόγῳ προεξαγγελία προσέκρουσε στὴν σφοδρὴ ἀντίθεση ἀρκετῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ἐμμένοντες στὴν εὐλαβῆ καὶ πιστὴ τήρηση τῆς ἱερᾶς παραδόσεως καὶ τῶν Ἀποστολικῶν κανόνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διαμαρτύρονται εὐλόγως γιὰ τὴν νέα αὐτὴ πρόκληση διερωτώμενοι συνάμα ἄν ὑπάρχει τρόπος νομικῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος.

Ἡ βάση πάσης ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἀναμφίβολα οἱ Ἀποστολικοὶ καὶ συνοδικοὶ κανόνες καὶ ἡ ἱερά μας παράδοση, ποὺ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 1 τοῦ Συντάγματος ὀφείλει νὰ τηρεῖ καὶ μάλιστα ἀπαρασαλεύτως εἰδικῶς ἡ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ὁ ἕβδομος λοιπὸν ἀποστολικὸς κανόνας ῥητῶς καὶ ἀπέριττα ὁρίζει ὅτι «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, τὴν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέραν πρὸ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μετὰ Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω».

Ἐπίσης στὴν πρώτη ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συγκροτήθηκε ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, τέθηκε ὁ κανόνας τῆς τελέσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποκλειστικῶς τὴν Κυριακή, ὥστε νὰ μὴ συμπίπτει ποτὲ μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα (ἑορταζόμενο πάντοτε τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου).

Περαιτέρω, ὁ πρῶτος κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου ῥητῶς προβλέπει ὅτι ἡ τέλεση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τὴν ἴδια ἡμέρα καθ’ ἣν οἱ Ἑβραῖοι ἑορτάζουν (τὸ δικό τους Πάσχα, δηλαδὴ τὸ Σάββατο), ἀποτελεῖ ἁμαρτία, συνεπαγομένη τὸν ἀφορισμὸ τόσο τῶν (ἐπιτελούντων τὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία) κληρικῶν, ὅσο καὶ τῶν (συμμετεχόντων) λαϊκῶν. Συγκεκριμένα αὐτολεξεί ὁρίζεται ὅτι «Πάντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τὸν ὅρον τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης συνόδου τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς εὐσεβείας τοῦ θεοφιλεστάτου βασιλέως Κωνσταντίνου, περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινωνήτους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς ἐκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδογμένα, καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν.

 Εἰ δέ τις τῶν προεστώτων τῆς ἐκκλησίας, ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν καὶ ταραχῇ τῶν ἐκκλησιῶν ἰδιάζειν, καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ Πάσχα· τοῦτον ἡ ἁγία σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ἐκκλησίας, ὡς οὐ μόνον ἑαυτῷ ἁμαρτίας ἐπισωρεύοντα, ἀλλὰ πολλῆς διαφθορᾶς καὶ διαστροφῆς γινόμενον αἴτιον· καὶ οὐ μόνον τοὺς τοιούτους καθαιρεῖ τῆς λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς τολμῶντας τούτοις κοινωνεῖν μετὰ τὴν καθαίρεσιν. Τοὺς δὲ καθαιρεθέντας ἀποστερεῖσθαι καὶ τῆς ἔξωθεν τιμῆς, ἧς ὁ ἅγιος κανὼν καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ ἱερατεῖον μετείληφεν».

Ἄρα κατὰ τοὺς ἀνωτέρω ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνες ἀπαγορεύεται ῥητῶς ἡ τέλεση τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τὴν ἴδια ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἑορτάζεται τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, δηλαδὴ τὸ Σάββατο καὶ ὡς ἐκ τούτου, καὶ κατὰ τὴν συναφὴ ἱερά μας παράδοση, ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ Κυριακή.

Ἑπομένως καθ’ ὅλα βασίμως διαμαρτύρονται πλεῖστοι φιλότιμοι τοῦ Χριστοῦ ἱερεῖς καὶ βεβαίως ὁ ἐπιτηρητὴς τῶν κανόνων πιστὸς τοῦ Θεοῦ λαὸς γιὰ τὴν ὡς ἄνω προεξαγγελία περὶ τῆς ἐφετινῆς τελέσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τρεῖς ἤ καὶ δύο ὧρες πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, λόγῳ τῆς προβλεπομένης ἀπὸ τὸν ὡς ἄνω πρῶτο κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου ἁμαρτίας, ποὺ θὰ ἀναλάβουν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τελέσεως τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία καθιστᾶ καθαιρετέους τοὺς ἱερεῖς καὶ ἀφοριστέους τοὺς ἰδίους, ὅπως καὶ τοὺς λαϊκούς, ποὺ κοινωνοῦν μὲ τοὺς ἐν λόγῳ ἱερεῖς.

Ἄν ἤθελε θεωρηθεῖ ὅτι ἡ παράβαση τῆς ὡς ἄνω κατάφωρα ἀντισυνταγματικῆς ἐξαγγελίας καὶ ἐντολῆς γιὰ τὴν τέλεση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τὸ ἑσπέρας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀντὶ τοῦ μεσονυκτίου τῆς Κυριακῆς, συνιστᾶ ἀξιόποινη πράξη, πρᾶγμα περὶ τοῦ ὁποίου διατηροῦμε μεγίστη ἀμφιβολία, τότε οἱ πιστοὶ καὶ φιλότιμοι τοῦ Χριστοῦ λευίτες καὶ ποιμένες, ποὺ διαμαρτύρονται καὶ δικαίως ἀντιδροῦν, εὑρίσκονται ἐνώπιον μιᾶς πρωτοφανοῦς συγκρούσεως καθηκόντων, ἡ ὁποία καὶ αἴρει τὸν ἄδικο – μὴ γένοιτο – χαρακτῆρα τῆς «πράξεως», δηλαδὴ τῆς τελέσεως τοῦ Πάσχα τὴν Κυριακὴ σὲ συμμόρφωση πρὸς τοὺς ἀνωτέρω ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνες, ἡ ποινικοποίηση τῆς ὁποίας (τελέσεως), διαπραττομένη μάλιστα ‘ἐν ταῖς εὐλογίαις’ τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας εἶναι παντελῶς ἀδιανόητη.

Ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ὁμιλοῦμε περὶ ἑνὸς πειθαναγκαστικῶς ἐπιβληθέντος ‘ποινικοῦ’, ὅπως παρουσιάζεται κατὰ τὴν συναφὴ διασταλτικῶς (καὶ ὡς ἐκ τούτου παρανόμως) ἑρμηνευομένη πράξη νομοθετικοῦ περιεχομένου (τοῦ Φεβρουαρίου 2020), ἀδικήματος, συνισταμένου στὴν συμμόρφωση πρὸς τοὺς ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνες καὶ στὴν τέλεση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τὴν Κυριακὴ, ποὺ ἀδίστακτα ἀντισυνταγματικῶς ποινικοποιεῖται καὶ τιμωρεῖται ‘ἐν ταῖς εὐλογίαις’ τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας, θὰ πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ Νόμος ἔχει τὰ μέσα θεραπείας τέτοιου εἴδους ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀντικανονικῶν παρεκκλίσεων τῆς κρατικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως.

Συγκεκριμένα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 25 παρ. 1 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα θεσπίζεται λόγος ἄρσεως τοῦ ἀδίκου χαρακτῆρος πάσης πράξεως συντελουμένης γιὰ τὴν ἀποτροπὴ μιᾶς ἐπικειμένης βλάβης καὶ κινδύνου ποὺ ἀπειλεῖ ἄμεσα τὸν «δράστη» ἤ κάποιο ἄλλο πρόσωπο. Πράγματι, αὐτολεξεὶ ὁρίζεται στὴν ἐν λόγῳ διάταξη τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα ὅτι: «Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε».

Ὅπως ἐξ ἄλλου γίνεται δεκτὸ καὶ κατὰ τὴν συναφὴ θεωρία τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, ὑπηρεσιακή ἐντολή τυγχάνει προδήλως παράνομη, ὅταν τό παράνομο αὐτῆς περιεχόμενο δύναται ἀντικειμενικῶς νά καταστῇ ἀμέσως ἀντιληπτό ἐκ μέρους τοῦ διατασσομένου λειτουργοῦ ἤ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος καὶ καταβάλλει τήν ἀνάλογη πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς θέσεώς του ἐπιμέλεια, τὰ ὁποῖα (καθήκοντα) ἀνάγονται στόν οἰκεῖο ὑπηρεσιακὸ κύκλο ὑποθέσεων καί τό συναφές δίκαιο (Γ. Ἀ. Μαγκάκης, “ἡ σύγκρουσις καθηκόντων”, 1962, σελ. 103, Ἀ. Κονταξής “Ποινικός Κῶδιξ”, ὅ.π., 498, 505).

Πρώτιστο λοιπὸν ἱερατικὸ καθῆκον ἀποτελεῖ ἡ τήρηση τῶν ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων καὶ ἡ βάσει τούτων ὀρθὴ διαποίμανση καὶ καθοδήγηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ ἀποφεύγει τὶς ἁμαρτίες ποὺ ὁρίζονται εἰδικῶς κατὰ τοὺς ἐν λόγῳ κανόνες.

Ἐν προκειμένῳ, ἐπίσης, ὁ ἐπαπειλούμενος γιὰ τὸν πιστὸ ἱερέα κίνδυνος, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἀποφύγει τελῶν τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, ὄχι τὸ ἑσπέρας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀλλὰ τὸ μεταμεσονύκτιο τῆς Κυριακῆς καὶ σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, συνίσταται στὴν βάσει τῶν ἀνωτέρω ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων ἁμαρτία ἐκ τῆς τελέσεως τοῦ Ὀρθοδόξου Πάσχα τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων, δηλαδή τὸ Σάββατο, πρᾶγμα, ποὺ τὸν καθιστᾶ καθαιρετέο, ἀλλὰ καὶ ἀφοριστέο, ὅπως καὶ τοὺς μετέχοντας πιστοὺς σὲ μία τέτοια ἀντικανονικὴ ‘ἀναστάσιμη’ ἀκολουθία, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ὁποίων πιστῶν ὑπέχει ἐξ ἴσου τὴν ὑποχρέωση νὰ μεριμνᾶ καὶ ὄχι φυσικὰ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἁμαρτία, ὅπως ἡ ἐπιτέλεση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα τὴν ἴδια ἡμέρα (Σάββατο) μὲ τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων.




Η Διοίκηση του ΕΛΚΙΣ και του ΠΟΣΕΟΠ