Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΓΕΝΟΥΣ


Η σύγχρονη τουρκική ιστοριογραφία είναι θεμελιωμένη στην «εθνική» (κεμαλική) αντίληψη της ιστορίας. Οι Έλληνες αποτελούν μέρος μιας «εμφύλιας πολιτιστικής σύγκρουσης» που αφορά την τουρκική εθνική ταυτότητα. Στην οθωμανική γραφειοκρατική φρασεολογία καθώς και στην σύγχρονη τουρκική γραμματεία υφίσταται μια σαφής διαφοροποίηση: οι ελληνορθόδοξοι Οθωμανοί υπήκοοι ονομάζονται Rum(lar) (Ρωμιοί), ενώ οι Έλληνες που είχαν την ιθαγένεια του ελλαδικού βασιλείου αποκαλούνται Yunan(lιlar) (Νεοέλληνες).
Από το τέλος του 18ου αιώνα, το οθωμανικό οικοδόμημα γνώριζε σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις, ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν αντιμέτωπο με την ορμητική εισβολή του φαινομένου «έθνος» στο εσωτερικό, όσο και με τις επιδιώξεις των «μεγάλων δυνάμεων» στο εξωτερικό.
Ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας συνιστούσε σπουδαία φάση στην ιστορία του ελληνικού έθνους. Στις κοινωνίες που προήλθαν από την αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο ορισμός του έθνους και της εθνικότητας επικράτησε να γίνεται στη βάση ενός συνδυασμού εθνογλωσσικών και θρησκευτικών κριτηρίων (σύμφωνα με αυτή την αντίληψη «Έλληνας» είναι ο ελληνόφωνος ορθόδοξος. «Βούλγαρος» ο βουλγαρόφωνος ορθόδοξος, «Τούρκος» ο τουρκόφωνος σουνίτης κ.λπ. Στα Βαλκάνια η θρησκεία θεωρήθηκε αναπόσπαστο στοιχείο του έθνους). Στα τουρκικά σχολικά βιβλία τονίζεται ότι οι Οθωμανοί, μετά την κατάκτηση, επέφεραν βελτίωση στη ζωή των λαών των Βαλκανίων και ότι ικανοποίησαν και το ισλάμ και την χριστιανοσύνη. Το κεφάλαιο που αναφέρεται στις ανεξαρτησίες του 19ου αιώνα, σε όλα σχεδόν τα σύγχρονα εγχειρίδια ανοίγει με την ίδια ιδέα: οι Έλληνες εμφανίζονται ότι απολάμβαναν όλες τις ελευθερίες που τους επιδαψίλευε ένα δίκαιο (adil) οθωμανικό κράτος
και ότι η πολιτική και οικονομική κατάστασή τους ήταν προνομιακή, αφού οι Οθωμανοί ανέθεταν στους Φαναριώτες σημαντικά αξιώματα -διερμηνεία στην αυλή και διοίκηση των υποτελών ηγεμονιών («beylikleri», μπεηλίκια) στις παραδουνάβιες χώρες. Τονίζεται, ότι, χάρις στις εμπορικές δραστηριότητές τους, οι Έλληνες της αυτοκρατορίας και της διασποράς ήταν πολύ πλούσιοι.
Με παρόμοιους, συχνά ίδιους τρόπους, περιγράφεται η λίγο πριν από το 1821 κατάσταση.
Και οι παρατηρήσεις αυτές εύλογα προκαλούν το ερώτημα: μα γιατί εξεγέρθηκαν; Η απάντηση αποτελεί το δεύτερο στάδιο μιας σχεδόν αμετάβλητης ρητορικής: αυτοί οι πληθυσμοί, που αγαπούσαν τους Τούρκους, χρειαζόταν να υποστούν χειραγώγηση ώστε να τους προδώσουν (όμως η τελευταία αυτή λέξη δεν χρησιμοποιείται ποτέ).Η προσέγγιση των κατακτημένων λαών γίνεται με βάση το σχήμα «αυτοί επέλεξαν αποσχιστική συμπεριφορά». Οι αιτίες των εξεγέρσεων των υποδούλων εθνοτήτων αναζητούνται γενικά στην Γαλλική Επανάσταση του 1789, που θεωρείται ότι σήμανε την απαρχή της οθωμανικής αποσύνθεσης.
Η ιδέα του εθνικισμού υπερτονίζεται ανάμεσα στις άλλες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, ενώ σπανίως μνημονεύεται ότι οι ιδέες της επηρέασαν και τους Τούρκους διανοούμενους. ,Αλλα εγχειρίδια υπογραμμίζουν ότι η οθωμανική αυτοκρατορία επέτρεπε σε κάθε υπήκοό της να ζει ελεύθερα σύμφωνα με τα ήθη και έθιμά του, να παραμένει πιστός στη θρησκεία του, να μιλάει τη γλώσσα του. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, οι ιδέες του εθνικισμού, της ισότητας, της ελευθερίας ήταν χωρίς αντικείμενο.Έτσι, χρειάζεται ακόμα ο εξωτερικός δάκτυλος για να φυτρώσει η «ανταρσία» (ihtilal). Συναντάται π.χ. η αναφορά ότι οι σχέσεις που οι Έλληνες είχαν αναπτύξει με τη Ρωσία κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα συνέτειναν στην διάδοση εθνικοαπελευθερωτικών ιδεών ανάμεσά τους. Στην περίπτωση των Σέρβων, πράκτορες της ρωσικής και αυστριακής προπαγάνδας εκμεταλλεύθηκαν τις αυθαιρεσίες και βιαιοπραγίες ορισμένων γενιτσάρων. Όσον αφορά τον αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία, η σχολική αφήγηση χρησιμοποιεί παρόμοιο σχήμα, με τις αποχρώσεις που προσδίδουν τα χρηματοδοτούμενα από την διασπορά σχολεία, που διέδιδαν τις «γαλλικές ιδέες» και κυρίως την δυτική συμπάθεια, τον φιλελληνισμό, την επανεύρεση του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος. «(Οι δυτικοί) δίδασκαν στους Έλληνες ότι ήταν απόγονοι εκείνων που είχαν ιδρύσει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό».
Έτσι επιδιώκεται να γίνουν κατανοητές στους μαθητές οι εξεγέρσεις. Ωστόσο, ο τόνος των αφηγήσεων είναι κατά αξιοσημείωτο τρόπο ουδέτερος. Ορισμένα εγχειρίδια του δημοτικού σχολείου, όπως συμβαίνει συχνά, ρέπουν κάπως περισσότερο στην διάδοση στερεοτύπων: «οι Έλληνες ήταν ικανοί να σκοτώνουν χωρίς έλεος μωρά στις κούνιες τους».
Τέτοια στερεότυπα προφανώς έχουν γνωρίσει μεγαλύτερη διάδοση.
Αλλού ο τόνος είναι γενικά αποστασιοποιημένος, και δεν προσφέρεται για πρόκληση αγανάκτησης. Επιδιώκεται να δειχτεί στους Τούρκους μαθητές ότι οι βαλκανικοί λαοί τύγχαναν καλής μεταχείρισης και ότι υπήρχε μια αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στην οθωμανική εξουσία και στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Αφενός, η κατάκτηση των Βαλκανίων είχε επιτρέψει στους Τούρκους να αναλάβουν τις αξίες του τζιχάντ και να ικανοποιήσουν τη μουσουλμανική τους συνείδηση. Αφετέρου, η ανοχή και η δικαιοσύνη για τις οποίες καυχώνταν θεωρούνταν ως νομιμοποιητικά στοιχεία της εξουσίας τους στα μάτια των χριστιανών.
Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι οι Τούρκοι ικανοποίησαν και τα δύο μέρη, το ισλάμ και την χριστιανοσύνη.
Ωστόσο, το μη ρητό συμπέρασμα, -που οδηγείται κανείς να αντλήσει από την αφήγηση- είναι η αχαριστία των λαών των Βαλκανίων. Ορισμένες λέξεις-κλειδιά στα συμπεράσματα είναι οι ίδιες όπως την περίοδο των κατακτήσεων: η διαρκής παρουσία τους αποτελεί δείκτη της σταθερότητας του ιστορικού λόγου, της συνοχής που χαρακτηρίζει τις διάφορες συλλογές εγχειριδίων, μάλιστα πέραν των διαφορετικών χρόνων δημοσίευσης.

Η έκφραση «επωφελήθηκαν της ευκαιρίας» (bir frsat yararlanmak) εισάγει μια ιδέα καιροσκοπισμού, αν όχι ατιμίας/ανανδρίας.

Οι εχθροί της αυτοκρατορίας επωφελούνται πάντοτε μιας ευκαιρίας όταν οι Οθωμανοί είναι απασχολημένοι άλλού. Ως τέτοιοι καιροσκόποι εμφανίζονται και οι Έλληνες, καθώς επωφελήθηκαν της ανταρσίας του Αλή πασά (Ali Pasha) για να εξεγερθούν.
Η «μεγάλη ιδέα» εμφανίζεται ως ένα εξειδικευμένο, οργανωμένο σχέδιο του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους, του οποίου η ολοκλήρωση συνίστατο στην ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης και στην ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Προβάλλεται η ανάληψη αξιωμάτων από Ρωμιούς στην διπλωματική οθωμανική υπηρεσία. Οι νεότουρκοι έγιναν -υπό τις προτροπές των Γερμανών- αυτουργοί της εθνοθρησκευτικής εκκαθάρισης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με πρωταρχικό κίνητρό τους την επιθυμία να αποτρέψουν νέες διεκδικήσεις από την Ελλάδα.

Την μετά τον Β, παγκόσμιο πόλεμο δύσκολη επαναπροσέγγιση και από κοινού ένταξη στο ΝΑΤΟ (1952), ακολούθησε το συνεχιζόμενο φυλλορρόημα της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης.

Η προσπάθεια ελληνοτουρκικής προσέγγισης και φιλίας των αρχών της δεκαετίας του 1950 ανακόπηκε από την ανάδυση του κυπριακού και τα γεγονότα του 1955.

Η καχυποψία αποτελεί συνέπεια και των αντιτιθέμενων ιστορικών προσεγγίσεων, τις οποίες συνηθίζουν να κάνουν οι επίσημες εθνικές θεωρίες.

Η θεώρηση-πρόσληψη από την τουρκική ιστοριογραφία της ελληνικής ιστορίας και των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ιδιαίτερα αυτή της εκατονταετίας 1821-1922, θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστά ένα ιδιαίτερο τρόπο γραφής.
Τα ειδοποιά γνωρίσματά της αποτελούν ένα πλέγμα αντιλήψεων και στερεοτύπων που χαρακτηρίζουν πρωτογενείς μορφές εθνοκεντρικής-εθνικιστικής θέασης και γραφής της ιστορίας.

Οι εξαιρέσεις, όπως είναι τα έργα των Ιλμπέρ Ορταϊλί (İlber Ortaylı), Μπιλγκέ Ουμάρ (Bilge Umar), της Ντιλέκ Γκιουβέν (Dilek Güven) (όσον αφορά τα «σεπτεμβριανά» του 1955) και των Χούλια Ντεμίρ (Hülya Demir) και Ριντβάν Ακάρ (Rιdvan Akar) (όσον αφορά τα γεγονότα και τις απελάσεις του 1964) επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Στο πλαίσιο της επιχειρούμενης τα τελευταία χρόνια ελληνοτουρκικής προσέγγισης, αποφασίστηκε και η σύσταση μικτών διακρατικών επιτροπών που θα ελέγχουν τα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας των δύο χωρών αντίστοιχα.

Ζητούμενο είναι να μην υπεισέρχονται στα διδακτικά βιβλία σωβινιστικές και εθνικιστικές γενικώς απόψεις. Ο μεθοδικός, ειλικρινής διάλογος μεταξύ των ιστορικών και των εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων των δύο χωρών, η επανεξέταση ορισμένων κρίσιμων ζητημάτων, η συγγραφή εγχειριδίων που να διέπονται από μια εναλλακτική, περισσότερο αντικειμενική και αμερόληπτη αντίληψη είναι δυνατό να συμβάλει στην άμβλυνση προκαταλήψεων και αισθημάτων εχθρότητας και καχυποψίας.

Ωστόσο, στην εξέλιξη της σχετικής διαδικασία, χρειάζεται να συνυπολογιστούν οι περιορισμοί που τίθενται από τις εγγενείς ιδιαιτερότητες της Τουρκίας και του πολιτικού συστήματός της.

Στη γειτονική χώρα, ο στρατός εξακολουθεί, επί αρκετές δεκαετίες, να παίζει έναν αδιαλείπτως δεσπόζοντα ρόλο στο σύνολο των εκφάνσεων της ζωής της χώρας.

Τρία μόνο στοιχεία είναι ενδεικτικά της ιδιότυπης «κηδεμονίας» που ασκεί ο στρατός σε διάφορες πτυχές της δημόσιας ζωής στην τουρκική δημοκρατία:

Ο «νόμος περί ίδρυσης πολιτικών κομμάτων» (της 22ας Απριλίου 1983) που επέβαλε συγκεκριμένες απαγορεύσεις και γραφειοκρατικούς περιορισμούς στην ίδρυση και λειτουργία νέων κομμάτων.

Το ότι η παράθεση ιστορικογεωγραφικών αποσπασμάτων κειμένων στα σχολικά εγχειρίδια γίνεται ύστερα από αξιολόγησή τους και χορήγηση σχετικής άδειας από το «τμήμα δημοσιεύσεων» του γενικού επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων.

Το ότι σημαντική θέση μεταξύ των πηγών της τουρκικής ελληνογραφίας καταλαμβάνουν οι στρατιωτικές υπηρεσίες ιστορικών μελετών, καθώς και ορισμένοι συνταξιούχοι των μυστικών υπηρεσιών.

Τα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια της τελευταίας εικοσαετίας παρουσίασαν σημαντικές βελτιώσεις. Τα τουρκικά περιορίστηκαν στην αφαίρεση μεμονωμένων φράσεων.
www.ppol.gr