Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΔΕΣΠΟΖΕΙ ΣΤΟ ΛΙΒΑΝΟ


Το χωριό Ντούμα βρίσκεται στην Επαρχία Μπατρούν στο βόρειο Λίβανο. Απέχει 88 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, Βηρυτό. Το υψόμετρο του είναι 2500 μέτρα πάνω από την θάλασσα και έχει 2712 κατοίκους. Το όνομα Ντούμα προέρχεται από τη φοινικική γλώσσα, και σημαίνει " ήσυχη, ειρηνική και ξεκούραστη." Αυτό το κοκκινοσκέπαστο παραδοσιακό χωριό, είναι ένα από τα πιο όμορφα χωριά του Λιβάνου, αλλά και πατρίδα για δύο Ελληνορθόδοξα μοναστήρια, τη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή που είναι για καλόγριες, και τη Μονή του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου για μοναχούς. Η παλαιότερη αναφορά για τη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ανάγεται στο δέκατο έκτο αιώνα. Ένα από τα λειτουργικά χειρόγραφα της Μονής, δείχνει ότι αυτό έχει γραφτεί κατά τη περίοδο όπου ο ηγούμενος " Άσα" ζούσε στο μοναστήρι. Αλλά πριν από αυτή την περίοδο, συγκεντρώνουμε στοιχεία διαβάζοντας τους λίθους του μοναστηριού, και από ορισμένα ερείπια που έχουν απομείνει. Ο σκαλιστός Σταυρός στο ανώφλι της εισόδου του Ναού του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή δείχνει ότι ο κύριος Ναός είναι από τον πέμπτο ή έκτο αιώνα. Ο Σταυρός χαρακτηρίζεται από τις τέσσερις άκρες του που έχουν το σχήμα της ουράς ψαριού (>), εκτός από την κορυφή η οποία έχει το σχήμα (Ô), η οποία αναφέρεται, ίσως στον Χριστό με τα χέρια καρφωμένα στον Σταυρό. Αυτό το είδος Σταυρού ήταν γνωστό την εποχή εκείνη. Υπάρχουν επίσης τρεις σκαλιστοί Σταυροί στο ανώφλι και τους δύο πυλώνες της βόρειας εισόδου. Αυτό υποδεικνύει, με τις τεράστιες πέτρες σύμφωνα με τα ρωμαϊκά κτίρια, ότι ο τόπος ήταν ένας ναός για είδωλα.

Η ειδωλολατρία συνεχίστηκε εδώ, τουλάχιστον μέχρι το δεύτερο μισό του τέταρτου αιώνα μετά Χριστό. Αλλά όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, το κτίριο κατεδαφίστηκε. Και μόνο η είσοδος του είχε μείνει, με το σκαλιστό βυζαντινό Σταυρό στο ανώφλι και τους δύο πυλώνες. Ενώ οι Ρωμαϊκοί πυλώνες είχαν κοπεί και χρησιμοποιηθεί για τη θεμελίωση του νέου Ναού.Ο Ναός, είναι μοναδικός, δεν υπάρχει αμφιβολία, καθώς είναι δύο Ναοί σε ένα. Έχει δύο ιερά και ένα βωμό, και δύο τόξα που διαχωρίζουν τους Ναούς. Αυτό υπάρχει μόνο στο Λίβανο , όπως αναφέρουν ορισμένοι ερευνητές. Σήμερα, στην Ορθόδοξη Εκκλησία στον Λίβανο, υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι δύο Ναοί του είδους, ένας στο μοναστήρι της Μκιφτίν και ο άλλος, σε κάποιο βαθμό, στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου στην Κούσπα. Και τα δύο μέρη είναι στην περιοχή της Κούρας στα βόρεια του Λιβάνου.Επιπλέον, έχει ανακαλυφθεί, ενώ γινόταν επισκευές στον Ναό και το μοναστήρι, ότι στον Ναό έχουν απομείνει τοιχογραφίες που μάλλον να ανάγονται νωρίτερα από το δέκατο αιώνα. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο Ναός μάλλον να ήταν τοιχογραφημένος σε τρία στάδια, καθώς εμφανίστηκαν τρία στρώματα κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης. Επίσης, ανακαλύφθηκε, στον κυρίως Ναό της Παναγία μας-η οποία είναι προς τα βόρεια του Ναού του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, ότι αυτό το μέρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο.

Βρέθηκαν πέντε σκελετοί, δύο παιδιά και τρεις ενήλικες, και όλους τους έθαψαν με τον μοναστικό τρόπο, έχοντας μαζί τους λύχνους αφού αυτό ήταν το έθιμο, και που εξακολουθεί να υφίσταται και μέχρι σήμερα, σε ορισμένα μοναστήρια. Το Μουσείο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου της Βηρυτού μας παρέχει με μια έκθεση που μας κατευθύνει προς την εποχή των Μαμελούκων (δηλαδή μεταξύ του δέκατου τρίτου και στις αρχές του δεκάτου έκτου αιώνα). Σε άλλο σημείο της Μονής, ανακαλύφθηκε μισό πέτρινο άγαλμα του Εσταυρωμένου. Αυτό μπορεί να σημαίνει την παρουσία των Σταυροφόρων και στο παρόν μνημείο. Οι Σταυροφόροι εγκαταστάθηκαν σε ένα παλιό βυζαντινό φρούριο στην κορυφή του βουνού, ενάμισι χιλιόμετρο μακριά από την Μονή, όπως φαίνεται σε ορισμένα βιβλία ιστορίας.Πιστεύεται ότι το μοναστήρι, εδώ, ευημερούσε πριν από την Αραβική μουσουλμανική εισβολή, και μετά από αυτή αρχίσει να παρακμάζει, αλλά ποτέ δεν εξαλείφθηκε εντελώς. Μοναχοί συνήθιζαν να έρχονται για να εγκατασταθούν εδώ από καιρό σε καιρό. Εξάλλου, αυτό που είναι ενδεικτικό, είναι ότι η πρώτη φήμη της Μονής παρέμεινε, από γενιά σε γενιά, μέχρι την παρούσα περίοδο.

Η κύρια ένδειξη είναι το νεκροταφείο, κάτω από τον Ναό, το οποίο συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι τον εικοστό αιώνα. Η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε από τους προκατόχους της Μονής, ήταν κατά το έτος 1942, όταν ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Αλ- Αμμ θάφτηκε εκεί. Έδειχνε μια είσοδο από την πόρτα του Ναού του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, όπου το χώμα και οι πέτρες είχαν αφαιρεθεί και βρέθηκαν σκάλες να κατεβαίνουν στην κρύπτη στο πλαίσιο του ιερού.Όσον αφορά την πρόσφατη ιστορία, τα γραπτά μας αρχεία χρονολογούνται από το δέκατο όγδοο αιώνα, 1760 και 1770 μ.Χ.. Ως αποτέλεσμα των πολιτικών και στρατιωτικών αλλαγών που έλαβαν χώρα στην περιοχή, μοναχοί από το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Σιάγια, μεταφέρθηκαν εδώ, μέσα από μια προσπάθεια της οικογένειας Μααλούφ, η οποία εγκαθίδρυσε το χωριό Μουχαίντσεχ, καθώς και το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Σιάγια".Στη συνέχεια, το μοναστήρι είχε περάσει από μια ευημερούσα περίοδο, και η μοναστική αλυσίδα συνεχίστηκε χωρίς διακοπή, μέχρι το 1942, όταν ο τελευταίος πραγματικός ηγούμενος απεβίωσε. Τότε, ο επίσκοπος του Όρους Λιβάνου ανέλαβε την ευθύνη της εποπτείας της περιουσίας της Μονής, διορίζοντας ένα ιερέα ως παρατηρητή ηγούμενο, για να διασφαλίσουν ένα είδος παρουσίας. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι την εποχή του πολέμου του Λιβάνου, όπου η πολιτοφυλακή εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι για δέκα χρόνια.

Όλα αυτά μετέτρεψαν το μοναστήρι, κτίρια και γη, σε ένα ερείπιο.Το 1990, η Οικογένεια Αγία Τριάδα, μια νέα μοναστική κοινότητα, πήρε από τον Μητροπολήτη Βύβλου και Βοτρίων ( Όρους Λιβάνου) Γεώργιο ( Χόντρ) την ευλογία να έρθουν και να συνεχίσουν την μοναστική ζωή στο μοναστήρι.Στην Οικογένεια της Αγίας Τριάδος, υπάρχουν σήμερα δύο μοναστήρια: Το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή που σήμερα κατοικείται από έντεκα καλόγριες, συμπεριλαμβανομένης και της ηγουμένης Γερόντισσας Μαριάμ (Ζάκκα). Οι καλόγριες μένουν στο παλιό παραδοσιακό μοναστήρι. Το άλλο είναι το μοναστήρι του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου για μοναχούς, που είναι τρεις εκατοντάδες μέτρα μακριά από το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα και κατοικείται σήμερα από τέσσερις μοναχούς συμπεριλαμβανομένου και του Αρχιμανδρίτη Θωμά (Μπιτάρ), ως ηγουμένου και γενικού Οικονόμου της Οικογένειας της Αγίας Τριάδος.